2 6

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Στῦλος γέγονας Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων τὴν Ἐκκλησίαν, ἱεράρχα Ἀθανάσιε, τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατήσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ

Ως θείος Αρχάγγελος, των νοερών στρατιών, Τριάδος την έλλαμψιν, καθυποδέχη λαμπρώς, Γαβριήλ Αρχιστράτηγε· όθεν εκ πάσης βλάβης, και παντοίας ανάγκης, σώζε απαρατρώτους, τους πιστώς σε τιμώντας, και πόθω ανευφημούντας, τα σα θαυμάσια

Ἀφιέρωμα στὴν Προσευχή

Ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι ψυχρὸ καθῆκον. Δὲν εἶναι τύπος, οὔτε μηχανικὴ ἀπαγγελία λέξεων, ποὺ δὲν ἀγγίζουν τὴν ψυχὴ καὶ δὲν μεταμορφώνουν τὴν ζωή μας. Εἶναι ἀναγκαιότης τῆς ψυχῆς.
Χωρὶς ἀέρα δὲν ὑπάρχει ζωή. Καὶ χωρὶς προσευχὴ δὲν ὑπάρχει πνευματικὴ ζωή. Ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ δυναμικὴ στάση τῆς ψυχῆς, ποὺ ὑψώνεται στοὺς φωτεινοὺς κόσμους τοῦ ἀπείρου Θεοῦ. Εἶναι ἡ φιλικὴ συνομιλία τοῦ πλάσματος μὲ τὸν Πλάστη.
Ἀλλὰ ἡ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» προσευχὴ ἔχει τὶς προϋποθέσεις της. Διαφορετικὰ πέφτει στὸ κενό, μένει ἀνενεργή, γίνεται τύπος καὶ χάνεται τὸ νόημά της.
Τὴ σημαντικότερη προϋπόθεση γιὰ μία γνήσια προσευχή, μᾶς τὴν παρουσιάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «τὸ τί προσευξώμεθα καθ᾿ ὃ δεῖ οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὑπερτυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. η´ 26). (δηλ. «ἐμεῖς δὲν ξέρουμε οὔτε τί, οὔτε πῶς νὰ προσευχηθοῦμε. Τὸ Πνεῦμα ὅμως μεσιτεύει τὸ ἴδιο στὸ Θεὸ γιὰ μᾶς μὲ στεναγμοὺς ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ἐκφραστοῦν μὲ λέξεις»).
Ἔτσι ἔζησαν τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν οὐράνιο Πατέρα οἱ πνευματοφόροι καὶ πνευματοκίνητοι ἅγιοι καὶ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἱεροὶ ὑμνογράφοι, ἅγιοι Πατέρες καὶ σοφοὶ Διδάσκαλοι κατέθεσαν τὸν πλοῦτο τῆς ἐξαγιασμένης καρδιᾶς τους, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα ὅλον αὐτὸν τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρό.