2 6

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Στῦλος γέγονας Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων τὴν Ἐκκλησίαν, ἱεράρχα Ἀθανάσιε, τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατήσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ

Ως θείος Αρχάγγελος, των νοερών στρατιών, Τριάδος την έλλαμψιν, καθυποδέχη λαμπρώς, Γαβριήλ Αρχιστράτηγε· όθεν εκ πάσης βλάβης, και παντοίας ανάγκης, σώζε απαρατρώτους, τους πιστώς σε τιμώντας, και πόθω ανευφημούντας, τα σα θαυμάσια

Η ζωή της Παναγίας μας, μοιάζει καταπληκτικά με την ζωή των Αγγέλων


Αρχιμ. Θεόκλητος Λεγάτος: Η ζωή της Παναγίας μας, μοιάζει καταπληκτικά με την ζωή των Αγγέλων


Η ζωή μας να είναι μια συνεχής και αδιάλειπτη δοξολογία του ονόματος του Τριαδικού Θεού. Και ταυτόχρονα μια διακονία, μια υπηρεσία και προσφορά στον συνάνθρωπο αδελφό.

Του Σταμάτη Μιχαλακόπουλου/ Ι.Ν.Ευαγγελιστρίας

Στην 1η ακολουθία της Γ΄ Στάσεως των Χαιρετισμών που τελέστηκε στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, την Παρασκευή 17 Μαρτίου, προεξήρχε και μίλησε προς τους πιστούς, ο Αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Λεγάτος, της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.



Η συμμετοχή και η ομιλία του π. Θεοκλήτου, εντάσσονται στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων, που οργανώνονται για 19η συνεχή χρονιά στο Ναό, με την ευκαιρία της εορτής του Ευαγγελισμού και με τον γενικό τίτλο «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ 2017».

Καθ᾽ όλη την διάρκεια της ακολουθίας, οι πιστοί είχαν την ευλογία να προσκυνήσουν την Ιερά Εικόνα της «Παναγίας της Κοσμοσώτειρας», προστάτιδας της Θράκης και των απανταχού Θρακιωτών και τα Ιερά Λείψανα των Αγίων Πατέρων της Όπτινα, που φιλοξενούνται στο Ναό την εορταστική αυτή περίοδο.

Η Εκκλησία μας, μετά την λατρεία που απονέμει στον Κύριο, ιδιαίτερα τιμάει την Παναγία, σημείωσε στην αρχή της ομιλίας του ο π. Θεόκλητος. Όλα δε τα σημαντικά γεγονότα της αγίας ζωής Της, είναι για την Εκκλησία, πηγές χάριτος και αγιασμού, οδοδείκτες πνευματικοί στην πορεία μας για την πραγμάτωση του μεγάλου και ιερού μας σκοπού, που είναι η είσοδος μας στην βασιλεία του Θεού.

Ο Ακάθιστος Ύμνος, συνέχισε, είναι ένα από τα στολίδια, όχι μόνο της ορθόδοξης υμνολογίας, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σε αυτόν τον ύμνο εκφράζουμε την πίστη μας και την αγάπη μας στην Παναγία και ζητάμε την βοήθεια και την προστασία Της. Στάθηκε δε στην συνέχεια στον στίχο του ύμνου «χαίρε, των Αγγέλων τον βίον εμφαίνουσα».

«Ο βίος της Παναγίας μας, μοιάζει με τον βίο των Αγγέλων. Οι Άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν την δημιουργία του κόσμου. Είναι πνεύματα που υπηρετούν και διακονούν τον Θεό, τον υμνούν και τον δοξολογούν. Και υπηρετούν το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, μέσα στα πλαίσια του σωτηριώδους έργου του Κυρίου.

Η όλη παρουσία του Κυρίου μας, συνοδεύεται από την παρουσία των Αγγέλων. Στην γέννηση Του, έχουμε την παρουσία τους. Στην Ανάληψη πάλι έχουμε την παρουσία τους. Αλλά και στην Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, πάλι ο Κύριος θα έρθει με τους Αγγέλους Του.

Έτσι, το έργο τους είναι η δοξολογία του ονόματος του Κυρίου και η διακονία στο έργο της σωτηρίας του ανθρώπου.»

Η ζωή της Παναγίας μας είναι πραγματικά αγγελική, συμπλήρωσε. Μοιάζει καταπληκτικά με την ζωή των Αγγέλων. Από μικρή στο Ναό αφιερώνεται στο Θεό, όπου για περίπου δώδεκα χρόνια υμνεί και δοξολογεί τον Θεό. Ετοιμάζεται για το μεγάλο και θεάρεστο έργο, αυτό που μεταμόρφωσε και ανακαίνισε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Και έδωσε ένα καινούργιο νόημα και περιεχόμενο στην ανθρώπινη ύπαρξη και πραγματικότητα. Μάλιστα, όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Άγγελοι έφερναν τροφή στην Παναγία.

Κατόπιν, όταν πλέον ετοιμάστηκε, τότε η Παναγία γίνεται το μέσο της σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου. Δεν είναι ένα απλό γεγονός, αλλά είναι σωτηριολογικής σημασίας η προσφορά Της. Είναι προσφορά που έχει άμεση και ουσιαστική σχέση με την παρουσία του Θεού στον κόσμο και την σωτηρία του ανθρώπου.

Γιατί, με το να δεχθεί από τον Άγγελο το μήνυμα ότι θα γίνει μητέρα του Θεού και να το αποδεχθεί, γίνεται το μέσο ώστε ο Θεός να γίνει άνθρωπος για να σώσει και να λυτρώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, την φθορά και τον θάνατο.

«Κι εδώ βρίσκεται η προσφορά και διακονία της Παναγίας στο ανθρώπινο γένος. Είναι μια προσφορά που δεν μπορούμε με λόγια να την περιγράψουμε.

Προσπαθούμε απλά να την προσεγγίσουμε και η προσέγγιση αυτή γίνεται όχι τόσο με την λογική, όσο με την καρδιά και την πίστη, με το να προσφέρουμε τον εαυτό μας στον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους.»

Όμως εμείς έχουμε το ιδιαίτερο προνόμιο να είμαστε χριστιανοί Ορθόδοξοι. Κι έχουμε ένα και μοναδικό σκοπό, σ’ αυτή την πορεία μας. Να κερδίσουμε την βασιλεία του Θεού. Αλλά για να μπορέσουμε να κερδίσουμε τον παράδεισο, θα πρέπει η ζωή μας, να είναι η ζωή των Αγγέλων και η ζωή της Παναγίας.

Δηλαδή να είναι μια συνεχής και αδιάλειπτη δοξολογία του ονόματος του Τριαδικού Θεού. Και ταυτόχρονα μια διακονία, μια υπηρεσία και προσφορά στον συνάνθρωπο αδελφό.

Οι Πατέρες μας λένε ότι οφείλουμε να ενδιαφερόμαστε για τους άλλους, αφού είμαστε μέλη του ίδιου μυστικού σώματος, που κεφαλή είναι ο Χριστός.

Κι όπως, όταν το χέρι μας πονάει, πονάει και όλο το σώμα, έτσι και κάθε πόνος του αδελφού είναι και πόνος δικός μας και θέλει βοήθεια και συμπαράσταση. «Είδες τον αδελφόν σου, είδες Κύριον τον Θεόν σου», κατά τους Πατέρες.

Και ο π. Θεόκλητος έκλεισε τον λόγο του:

«Καλούμαστε λοιπόν να συνεχίσουμε την πορεία της Παναγίας μας, των Αγίων κι όλων εκείνων που αγάπησαν πραγματικά τον Θεό και Τον υπηρέτησαν. Και υπηρέτησαν στο πρόσωπο Του, τους αδελφούς.»

Την ομιλία του π. Θεοκλήτου μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ.

Γιατί να συγχωρέσω;


Γιατί να συγχωρέσω;


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Μία ξεχωριστή ακολουθία στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής είναι το ποίημα «Μέγας Κανών», γραμμένο από τον άγιο Ανδρέα, επίσκοπο Κρήτης. Είναι μία ικεσία προς τον Θεό να μας συγχωρέσει για τις αμαρτίες μας, τα πάθη και τα λάθη μας, να μας δώσει την ευκαιρία να οικειωθούμε τον τρόπο της Βασιλείας Του. Αποτυπώνει ένα αίτημα που δεσπόζει στην ζωή της Εκκλησίας, με προϋπόθεση να συγχωρήσουμε κι εμείς όσους μας οφείλουν.

Αν ρωτήσουμε, βεβαίως, νέους και μεγαλυτέρους, θα μας απαντήσουν χωρίς υπεκφυγές: «γιατί να συγχωρέσω;». Αν έχω δίκιο και η συμπεριφορά του άλλου απέναντί μου είναι κακή, η συγχώρεση είναι σαν μία επιβράβευση της αδικίας. Εξάλλου, δεν θα τον βοηθήσω να καταλάβει το λάθος του, διότι θα τον ωθήσω στην αφιλοτιμία, στην αίσθηση ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει χωρίς να σκεφτεί από πριν τις συνέπειες, το πόσο μπορεί να πληγώσει άλλους με τις πράξεις του, καθώς με ένα «συγγνώμη» θα αμνηστευθεί.

Απέναντι στον Θεό βέβαια δεν σκεφτόμαστε έτσι. Θα θέλαμε ό,τι λάθος έχουμε κάνει, Εκείνος να το παραβλέψει. Ωστόσο, δεν συνδέουμε την δική Του στάση με την δική μας. Εμείς έχουμε δικαιολογίες. Γι’ αυτό και κείμενα όπως αυτό του «Μεγάλου Κανόνα» δεν είναι δημοφιλή. Προϋποθέτουν αυτογνωσία . στροφή στον εαυτό μας . αναγνώριση και των δικών μας λαθών . δεύτερη ευκαιρία σε όσους μας στενοχωρούν, για να ζητήσουμε κι εμείς από τον Θεό τη δική Του ευκαιρία προς εμάς. Είναι υπέρβαση αυτός ο τρόπος σε μία εποχή εκδίκησης και διεκδίκησης. Θριαμβεύει σήμερα η αδικία σε όλες τις πτυχές της ζωής. Γιατί η Εκκλησία να ζητά από εμάς να την επιβραβεύσουμε;

Όταν συγχωρούμε δεν επιδοκιμάζουμε το κακό. Συνειδητοποιούμε όμως ότι δεν είμαστε άμοιροί του. Ότι κι εμείς, συνειδητά ή ασυνείδητα, οφείλουμε. Έχουμε πληγώσει λόγω χαρακτήρα, λόγω κακής εκτίμησης, λόγω του ότι αδιαφορήσαμε για ό,τι βοηθά τους άλλους και προτάξαμε τον εαυτό μας, το θέλημά μας, την επιθυμία μας. Συγχωρώντας, γινόμαστε ταπεινοί. Και είναι όμορφη η ταπεινοφροσύνη. Γλυκαίνει την καρδιά. Την φέρνει πιο κοντά στον Θεό, διότι μας κάνει να βλέπουμε τα πραγματικά μας μέτρα.

Όταν συγχωρούμε δεν είμαστε αδύναμοι. Καταδικάζουμε το κακό, αλλά δεν το αφήνουμε να δηλητηριάσει την ύπαρξή μας. Δεν απαντούμε κάνοντας πάλι κακό, έστω και με άλλη μορφή. Αληθινά δυνατός είναι αυτός που υπερβαίνει την ευκολία νικώντας το αυθόρμητο συναίσθημα της ανταπόδοσης και επιλέγοντας την οδό της αγάπης. Συγχωρούμε και προχωρούμε. Μένει έτσι η ευθύνη σ’ αυτόν που διαπράττει το κακό. Η δική του φιλοτιμία θα κριθεί από τον Θεό και τους άλλους.

Είναι άλλο η τήρηση των νόμων, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται σε όσους παρανομούν και άλλο η κακία και η εκδικητικότητα. Η κοινωνία μας δεν είναι αγγελική και χρειάζεται κανόνες. Όμως ο καθένας καλείται να πάρει θέση ο ίδιος όχι μόνο έναντι του κακού, αλλά και έναντι αυτού που το διαπράττει, είτε οι συνέπειες τον αγγίζουν άμεσα είτε όχι. Η συγχώρεση είναι μίμηση Χριστού. Είναι σταυρός. Είναι όμως η μόνη λυτρωτική κίνηση για την ψυχή μας. Είναι σημάδι αληθινής γενναιότητας η οποία ελευθερώνει τελικά την ύπαρξη από την μνησικακία και της δίδει την παρρησία να δεχθεί την συγχώρεση του Θεού!

Η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής


Η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής



π.Αντώνιος Χρήστου
Έχουμε εισέλθει από την Καθαρά Δευτέρα, στην Αγία Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Στη καθομιλουμένη ο πολύ κόσμος την ονομάζει απλά Σαρακοστή και αποτελεί για τον κάθε πιστό, την αρχαιότερη, αυστηρότερη περίοδο νηστείας, ασκητικής και εγκράτειας της Εκκλησίας. Στο ερώτημα γιατί τόσες ημέρες, ζωντανή απάντηση και παράδειγμα, αποτελεί ο ίδιος ο Χριστός μας, ο οποίος μετά την βάπτισή του στον Ιορδάνη ποταμό και πριν την έναρξη της δημόσιας δράσης του, αποσύρθηκε στην έρημο όπου νήστευε 40 ολόκληρες μέρες και νύκτες (Ματθ. 4,1-4,2).
Το όνομα «Σαρακοστή» λοιπόν, είναι πασιφανές ότι αντλείται, για τις σαράντα ημέρες νηστείας-προετοιμασίας των πιστών για να εισαχθούν και να βιώσουν τα πάθη και την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα και ολοκληρώνεται μέχρι την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου. Στις ημέρες της Μεγάλης Σαρακοστής από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή κάθε εβδομάδας τηρείται αυστηρή νηστείας ξεροφαγία , δηλαδή σε φυτικές τροφές χωρίς έλαιο. Εξαίρεση γίνεται μόνο στη γιορτή των Αγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων όπου καταλύεται το λάδι καθώς και στην εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου όπου καταλύεται το ψάρι, όποια μέρα και να γιορτασθεί. Μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, της περιόδου αυτής έχουμε κατάλυση οίνου και ελαίου.
Βέβαια στην Αγία μεγάλη Τεσσαρακοστή, δεν έχουμε μόνο αλλαγή διατροφικών συνηθειών. Αυτό θα ήταν κάτι μακριά από το πνεύμα της γενικής Εγκράτειας αυτής της περιόδου και όχι μόνο. Το ιδιόμελο των Αποστίχων του Εσπερινού της Καθαράς Δευτέρας είναι κατατοπιστικό : «Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ· ἀληθής νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καί ἐπιορκίας· ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθής καί εὐπρόσδεκτος.»
Το παραθέτουμε και σε ερμηνευτική απόδοση: Aς νηστέψουμε νηστεία δεκτή ευάρεστη στον Κύριο· αληθινή νηστεία είναι η αποξένωση από τα κακά, η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από το θυμό, ο χωρισμός από τις ανάρμοστες επιθυμίες, την καταλαλιά, το ψέμα και την επιορκία· η εγκράτεια απ᾿ αυτά είναι νηστεία αληθινή και ευπρόσδεκτη. Άρα εκτός από το είδος των τροφών και στη συνέχεια τον περιορισμό της ποσότητας της κατανάλωσης του φαγητού, σημασία έχει να πάμε και παρακάτω, στην απομάκρυνση από τα κακά, στην συγκράτηση αυτών που λέμε, στην καλλιέργεια της πραότητας και της ειρήνευσης της καρδιάς μακριά από θυμούς, ο περιορισμός έως την εξαφάνιση των σαρκικών (γήινων και φιλήδονων) επιθυμιών, από την κατάκριση του αδελφού, από τα ψέματα και την ψευδορκία. Αν τα καταφέρουμε με την βοήθεια και τη χάρη Του Θεού τότε όντως ο αγώνας και η νηστεία θα είναι ευπρόσδεκτη στο Θεό.

https://synodoiporia.gr/

Ιστορίες από το Εξομολογητάρι και όχι μόνο (11)


Ιστορίες από το Εξομολογητάρι και όχι μόνο (11)

π. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Την… «έκαψε» την επιστολή!»

Ένας νέος άνδρας περίμενε υπομονετικά τον ιερέα μετά την πρωινή Θεία Λειτουργία. Ο ιερέας κατέλυσε προσεκτικά το υπόλοιπο της Θείας Κοινωνίας, είπε την Ευχαριστία, και ξεφόρεσε. «Δόξα Σοι ο Θεός», ψέλλισαν τα χείλη του. Με την άκρη του ματιού του είδε τον άνδρα που περίμενε έξω ακριβώς από τη νότια θύρα του ιερού. Τον είχε δει κι άλλες φορές μέσα στο εκκλησίασμα, όχι πολλές, αλλά δεν έτυχε να ανταλλάξουν κάποιες κουβέντες, γιατί συνήθως εκείνος αποχωρούσε μετά τη λήψη του αντιδώρου. Και να, τώρα, που περίμενε τον παπά.

«Καλημέρα, τι κάνετε;», του είπε εγκάρδια ο ιερέας. «Σας έχω δει μερικές φορές στη Θεία Λειτουργία, αλλά δεν μπορέσαμε μέχρι τώρα να γνωριστούμε».

Γνωρίστηκαν. Ο άνδρας είπε το όνομά του, την εργασία του, την οικογενειακή του κατάσταση. Ήταν ελεύθερος, αλλά είχε κάποια σχέση με κάποια κοπέλα, την οποία, είπε, έβλεπε σοβαρά. «Κάποτε θα γίνει και ο γάμος μας, πάτερ. Μέχρι τότε όμως απλώς συζούμε, για να δούμε κι αν ταιριάζουμε κιόλας».

Ο ιερέας στενοχωρήθηκε. «Τι ‘ναι τούτο πάλι;» αναρωτήθηκε μέσα του. «Άνθρωποι θεωρούμενοι της Εκκλησίας, νέοι που εκκλησιάζονται, αλλά σ’ αυτό το θέμα των σχέσεων σαν να μην έχουνε ακούσει τι λέει η Εκκλησία, τι λένε οι άγιοι. Έχει όμως ο Θεός!»

Δεν θέλησε να κάνει λόγο. «Αν αυτό τον απασχολεί, ας το θέσει ο ίδιος το θέμα».

«Εύχομαι σύντομα να σας δούμε να ανεβαίνετε τα σκαλιά της Εκκλησίας», είπε με χαρούμενη διάθεση. «Να ευλογήσει ο Χριστός μας τη σχέση σας. Να πάρετε τη χάρη που χρειάζεται ένα ζευγάρι, προκειμένου να βαδίσει τον δύσκολο αλλά και τόσο όμορφο δρόμο της κοινής πορείας που τέλος έχει τη Βασιλεία των Ουρανών. Αυτό θέλουν ο Θεός και οι άγιοι».

«Ναι, πάτερ, κάποια στιγμή, όπως σας είπα, θα γίνει και αυτό», μουρμούρισε διστακτικά ο νέος. «Αλλά, θα ήθελα για λίγο να σας απασχολήσω με κάτι άλλο».

«Ορίστε, πείτε μου», είπε ο ιερέας, και τράβηξε τον νέο λίγο στο πλάι, γιατί τον περίμεναν και άλλοι. «Δυστυχώς, δεν έχουμε πολύ χρόνο αυτήν τη στιγμή, αλλά καλοδεχούμενος αν θέλετε κάποια άλλη ώρα που να μπορούμε και οι δύο».

«Δεν θα σας απασχολήσω πολύ, πάτερ. Θέλω να σας πω ότι μου έκανε εντύπωση το κήρυγμα που βγάλατε προηγουμένως. Είπατε αλήθειες που πράγματι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σ’ ένα σημείο όμως έχω μία ένσταση…».

«Καταρχάς να πω – είπε ο ιερέας – ότι κηρύσσω τον λόγο του Θεού και όχι προσωπικές μου απόψεις. Συνεπώς ό,τι σας άρεσε από τον λόγο μου ήταν ο λόγος του Θεού που κίνησε κάποια χορδή της καρδιάς σας. Ποια όμως είναι η ένστασή σας;»

«Πάτερ, είμαι νέος άνθρωπος, νέα είναι και η κοπέλα με την οποία συζώ, και παρακολουθούμε βεβαίως και τις σύγχρονες αντιλήψεις. Καλά όλα αυτά που είπατε, μα η θέση του αποστόλου Παύλου περί της γυναίκας, ότι δεν πρέπει να μιλάει στην Εκκλησία, να ρωτάει ό,τι θέλει τον άνδρα της στο σπίτι, να έχει ακόμη καλυμμένο το κεφάλι της, δεν νομίζετε ότι είναι υπερβολικά στην εποχή μας; Σαν κάτι να μην πάει… καλά στην επιστολή του αποστόλου».

Δεν έσπευσε να απαντήσει ο ιερέας. Κούνησε λίγο το κεφάλι του και είπε: «Ναι, πράγματι, έχετε δίκιο, ότι για την εποχή μας αυτά που λέει ο απόστολος Παύλος φαίνονται λίγο αναχρονιστικά, μολονότι γενικά στον κόσμο μας συμβαίνουν πράγματα που αυτά κυρίως συνιστούν υποβάθμιση της γυναίκας. Αλλά μάλλον δεν προσέξατε όλο το περιεχόμενο του λόγου μου. Καταρχάς, το θέμα αυτό το έθιξα ως επέκταση του κεντρικού θέματος, ότι ο Κύριος ήλθε για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμαρτίας. Να τον επαναφέρει στην κανονική του κατάσταση, τη δημιουργημένη από τον Θεό, απ’ όπου ξέπεσε λόγω της αμαρτίας. Είδατε πόσο τόνισα την αλήθεια ότι η αμαρτία τραυματίζει τον άνθρωπο, τον πληγώνει καίρια, τόσο που τον οδηγεί και στον ίδιο τον θάνατο; «Διά της αμαρτίας ο θάνατος», που λέει ο απόστολος. Και ο Χριστός ήταν Εκείνος που αποκατέστησε και τη θέση της γυναίκας: την εξύψωσε εκεί που απαρχής την έθεσε ο Θεός: να είναι ένα με τον άνδρα, σε οργανική συνάφεια δηλαδή με αυτόν, ώστε από κοινού να ζουν την παρουσία του Θεού».

«Ναι, μα αυτά που λέει ο απόστολος δεν έρχονται σε αντίθεση με ό,τι είπε ο Χριστός;», αντέδρασε πάλι ο νέος άνδρας. «Στην εποχή μας μαντήλι στο κεφάλι, περιορισμός λόγου…», έκανε έναν μορφασμό απαξίωσης.

«Πάλι θα σας υπενθυμίσω ότι τα εξήγησα στο κήρυγμα. Λέτε για τον απόστολο. Μα δεν ακούσατε ότι είναι αυτός που τονίζει ότι δεν υπάρχει διαφορά άνδρα και γυναίκας ως προς τη θέση τους έναντι του Κυρίου, όπως και ότι όλοι οι άνθρωποι στην πραγματικότητα εν Χριστώ είμαστε ίσοι; Για το συγκεκριμένο θέμα που λέτε, εξηγούν οι ερμηνευτές της Εκκλησίας μας ότι είχε αναφανεί συγκεκριμένο πρόβλημα στην Κόρινθο, ώστε έκανε τον απόστολο Παύλο ως πνευματικός πατέρας των πιστών, να λάβει κάποια μέτρα. Μέσα στην Εκκλησία, παρουσιάστηκε κίνημα θα λέγαμε των γυναικών, που τινάζοντας ξέπλεκα τα μαλλιά τους ζητούσαν με φίλαρχο τρόπο να υποτάξουν τους πάντες. Να είναι αυτές οι κεφαλές όλων. Καταλυόταν έτσι η ιεραρχημένη δομή της Εκκλησίας. Αλλοιωνόταν η διδασκαλία της. Γι’ αυτό και είπε ο απόστολος τότε όσα είπε για τις γυναίκες: για να κατανοήσουν ότι υπερέβησαν τα όρια, ότι ξεφεύγουν από την πίστη, ότι κινούνται δηλαδή με κοσμικά και όχι χριστιανικά κριτήρια».

Ο νέος άκουγε τον ιερέα σκεφτικός. «Ναι, τα άκουσα, αλλά δεν ξέρω, κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτά που λέει ο απόστολος. Και να σας πω, πάτερ, ωραία πράγματι η επιστολή του αποστόλου Παύλου, αυτή που έστειλε όπως είπατε στους Κορινθίους. Μα νομίζω ότι μ’ αυτά που σημειώνει για τις γυναίκες…», έδειξε ότι μάλλον πάλι δεν κατανοούσε αυτά που του έλεγε ο ιερέας, «μ’ αυτά λοιπόν που σημειώνει», επανέλαβε, «έκαψε το κείμενό του. Έκαψε όλη την επιστολή του. Τι κρίμα…!».

Ο ιερέας δεν απάντησε αμέσως. Του έκανε όμως εντύπωση η ετοιμότητα του νέου, και μετά τις εξηγήσεις, να αμφισβητεί. Σαν να είχε κολλήσει το μυαλό του. «Πόσο ένας λογισμός μάς ταράζει και μας αποπροσανατολίζει», σκέφτηκε. Έπιασε με στοργή τον νέο από τον ώμο και του είπε χαμηλόφωνα. «Αν θέλετε, ελάτε αύριο, πρωί ή απόγευμα, που θα είμαι λίγο πιο ελεύθερος, για να συζητήσουμε το θέμα».


https://synodoiporia.gr/

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 5 Μαρτίου – Της Ορθοδοξίας


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 5 Μαρτίου – Της Ορθοδοξίας






(᾿Ιω. α´ 44-52)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἠθέλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. ῏Ην δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως ᾿Ανδρέου καὶ Πέτρου. Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ ᾿Ιωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε.

Ο Απόστολος της Κυριακής 5 Μαρτίου – Της Ορθοδοξίας


Ο Απόστολος της Κυριακής 5 Μαρτίου – Της Ορθοδοξίας




(῾Εβρ. ια´ 24-26, 32-40)

Αδελφοί, πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. Καὶ τί ἔτι λέγω; ᾿Επιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾿Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆ-λθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς.

Ιστορίες από το Εξομολογητάρι και όχι μόνο (5)


Ιστορίες από το Εξομολογητάρι και όχι μόνο (5)




π. Γεωργίου Δορμπαράκη

Η… «βρωμερή» γερόντισσα

Ένιωσε την ανάγκη να προσπέσει και να φιλήσει όχι τα πόδια, αλλά τα παπούτσια της γερόντισσας που καθόταν απέναντί του στο εξομολογητάρι. Συγκρατήθηκε όμως. Όχι γιατί είχε ο ίδιος κανένα πρόβλημα – θεώρησε ότι μία τέτοια κίνηση θα εξύψωνε τον ίδιο -, αλλά γιατί η γερασμένη γυναίκα θα στενοχωριόταν και θα αντιδρούσε.

«Κύριε, τι ψυχές έχεις στον κόσμο τούτο τον απατεώνα; Τι διαμάντι είναι αυτή η γυναίκα; Πώς μπορεί και κρύβεται τέτοια αγιότητα μέσα σ’ ένα τέτοιο ραγισμένο και ετοιμόρροπο σώμα, κυρτωμένο από τα χρόνια, χαμένο μάλιστα μέσα σ’ ένα δρομάκι μίας μικρής συνοικίας;»

Η γερόντισσα ίσα που είχε μπορέσει να σύρει τα πόδια της στον ναό, υποβασταζόμενη μάλιστα από μία μεσήλικη γνωστή της κυρία.

«Πάτερ», είπε η κυρία φέρνοντάς την, «επέμενε πάρα πολύ η γιαγιά για να έλθει. Δεν έχει κανέναν στον κόσμο, μάλλον έχει συγγενείς, αλλά μένουν λίγο μακριά, οπότε μένει μόνη. Έτσι την εξυπηρετώ λιγάκι εγώ, όταν μπορέσω. Καιρό με πιλάτευε να την φέρω, γιατί νιώθει, λέει, πολύ αμαρτωλή που ‘χει τόσο καιρό να πάρει ευχή από τον παπά, και φοβάται μήπως φύγει ξαφνικά από τη ζωή και βρεθεί στην κόλαση».

Η γερόντισσα είχε καθίσει με το ζόρι στη θέση που της υπέδειξε ο ιερέας. Βαριανάσαινε μάλιστα. Όταν άνοιξε το στόμα της «να μολογήσει τα κρίματά της», όπως χαρακτηριστικά είπε, ένας πόνος και μία οδύνη φάνηκαν να βαθαίνουν τις ρυτίδες του προσώπου της. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα βαθουλωμένα μάτια της.

«Πάτερ», είπε, και φάνηκε να γέρνει περισσότερο το ήδη κυρτωμένο σώμα της. «Πάτερ, είμαι πολύ αμαρτωλή. Βρωμίζω και τον αέρα που αναπνέω. Απορώ πώς με κρατάει ακόμη ο Θεός που μολύνω έτσι τη γη που κατασκεύασε. Πρέπει να ντρέπονται για μένα οι άγιοι και οι άγγελοι, και μάλλον πρέπει να γελά μαζί μου ακόμη κι αυτός ο τρισκατάρατος, ο εξαποδώ…».

Ο παπάς δεν μίλησε. Κάτι άρχισε να υποψιάζεται για το πνευματικό ύψος της γιαγιάς, γιατί τα λόγια της του θύμισαν αυτά που λέγανε για τον εαυτό τους πάντοτε οι άγιοι της Εκκλησίας, τα ίδια σχεδόν που είχε ακούσει από το στόμα του οσίου γέροντα Ιακώβου Τσαλίκη, παρόμοια που υμνολογούν οι λατρευτικές ακολουθίες, ιδίως στον υπέρ μέλι σταλαγμό του βιβλίου της Παρακλητικής. Στ’ αυτιά και στο στόμα του συχνά ερχόταν το κατανυκτικό τροπάριο από τον βαρύ ήχο, που ήταν σαν να το έψελνε η γερόντισσα με τον δικό της τρόπο: «Γέγονα των δαιμόνων μεν γέλως, των ανθρώπων δε όνειδος, των Δικαίων θρήνος, των Αγγέλων πένθος, μολυσμός αέρος, και γης και υδάτων· σώμα γάρ εμίανα, ψυχήν και νουν εσπίλωσα, παραλόγοις πράξεσι, Θεώ εχθρός πέφυκα· οίμοι Κύριε, ήμαρτόν σοι, ήμαρτον συγχώρησον».

«Τι σε βαραίνει, γιαγιά;» είπε ο παπάς, που καταλάβαινε πια ότι είχε χωθεί σ’ έναν μυστικό ανελκυστήρα – την καρδιά της πιστής αυτής γυναίκας – κι ανέβαινε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ίσα στα κράσπεδα της Τριαδικής Θεότητας.

«Πάτερ μου, είμαι καταδικασμένη, γιατί δεν αγαπώ όπως πρέπει τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου. Έχω πάντοτε στον νου και στην καρδιά μου αυτό που από μικρή με έμαθε ο άγιος παπάς του χωριού μου, τον λόγο του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου με όλη την ψυχή και την καρδιά σου και τον πλησίον σαν τον εαυτό σου». Πάτερ μου, βλέπω πόσο λειψή είμαι στην αγάπη αυτήν. Οι λογισμοί μου πολλές φορές βρίσκονται σε άλλα πράγματα παρά στην αγάπη του Θεού. Με παρασύρει το στομάχι μου, γιατί πρέπει κάτι να τσιμπήσω για να στέκομαι, όταν κρυώνω φοβάμαι μη και πουντιάσω, οπότε θα γίνω βάρος στην καλή γυναίκα που με έφερε, τρέμω μη και πέσω και σύρω γύρω μου έτσι κι άλλους ανθρώπους… Κάνω βέβαια λίγα απ’ αυτά που λέει η Εκκλησία μας, αλλά στο σπίτι, όχι στον ναό. Διαβάζω, όσο μπορούν ακόμη τα μάτια του και καταλαβαίνει το μυαλό μου, λίγο μεσονυκτικό, τον όρθρο, τον εσπερινό και τον απόδειπνο. Λέω κάποιες παρακλήσεις στη γλυκιά Παναγιά μας κι έχω μάθει από μικρή και τους Χαιρετισμούς. Λέω και το «Κύριε ελέησον», πριν φυράνει το μυαλό μου. Μα, νιώθω πως δεν φτάνουν αυτά. Σας είπα και πριν πως με κλέβουν κάποιοι λογισμοί. Οπότε βρίσκομαι μακριά από την αγάπη του Θεού. Κι όσο σκέφτομαι τις ελλείψεις μου, όσο καταλαβαίνω πως είμαι σαν πτώμα από πλευράς πνευματικής, τόσο μου έρχονται και δάκρυα. Κλαίω, πατέρα μου, τον εαυτό μου, κλαίω, κλαίω χωρίς σταματημό…

Πώς λοιπόν να μην είμαι μία βρώμα πάνω στη γη; Χώμα και στάχτη, πάτερ μου. Γι’ αυτό θέλω να μου διαβάσεις μία ευχή, να κοινωνώ άξια, να μη χάσω το έλεος του Θεού, να μη βρεθώ στην κόλαση…».

Τα δάκρυα έτρεχαν βροχή από τα μάτια της γερόντισσας. Μα δεν τα καλόβλεπε κι ο παπάς, γιατί και τα δικά του δεν πήγαιναν πίσω. Ο παπάς άρχισε να νιώθει μία ψυχική ευφορία. Σαν να του μύρισε ευωδιαστό λιβάνι, μα δεν ήταν απ’ αυτό που είχε κάψει στην πρωϊνή λειτουργία.

«Γιαγιά», είπε τρεμουλιαστά, «γιαγιά, σε παρακαλώ να με μνημονεύεις στις προσευχές σου. Συνέχισε, γιαγιά, να κάνεις ό,τι κάνεις και το έλεος του Θεού δεν θα σ’ αφήσει».

Σηκώθηκε. Άρπαξε το ρυτιδιασμένο χέρι της γερόντισσας και το φίλησε πολλές φορές, μουσκεύοντάς το με τα δάκρυά του.

Στο τέλος, λύγισε. Γονάτισε μπροστά της και τότε είδε τη χάρη και το θαύμα που του ‘δωσε ο Χριστός. Όταν σήκωσε τα μάτια του, η γερόντισσα ήταν μέσα σ’ ένα εξαίσιο φως και δίπλα της να την αγκαλιάζει η ίδια η Κυρά η Παναγιά…

https://synodoiporia.gr

Γέροντα, πως είναι ο Παράδεισος;


Γέροντα, πως είναι ο Παράδεισος;







Γέροντα, πώς είναι ό Παράδεισος;
– Είναι ένα ευλογημένο μέρος, χαρούμενο, έχει ποτάμια με νερά μέσα. Τόπος απέραντος, χωρίς κόπο, χωρίς στενοχώρια. Ανάπαυση ψυχής, ελευθερία πνεύματος. Καί θα χαίρεσαι εκεί, δεν θα κλαις, δεν θα πονάς. Χαρά, αγαλλίαση, ευφροσύνη ψυχών. Εκεί μέσα μπαίνουν όσοι φύλαξαν εδώ τη ζωή τους στην καθαρότητα.



Καί τί είναι ή Χάρις του Θεού;

Δύναμις! Απέραντος δύναμις! Είναι εδώ στη γη καί καλύπτει τον Ουρανό. Ή Χάρις του θεού μπορεί να χτίσει τη γη καί εν ριπή οφθαλμού να τήν γκρεμίσει, να χαθεί. Γιατί ή Χάρις είναι δύναμις καί αλλάζει το Σύμπαν.

Γι’ αυτό βλέπουμε τις μεγάλες καταστροφές από τη μία στιγμή στην άλλη;

Αυτά να τά προσέχετε, γιατί, όταν ό Κύριος τραβήξει το βλέμμα Του από μία περιοχή, αλλάζει λειτουργία.

Καί θα γίνουν καί άλλα κακά;

Καί άλλα ακόμα.

Γιατί, Γέροντα;

Γιατί αυτό είναι θεϊκό πράγμα. Γι αυτό πρέπει να προσέχουμε τη ζωή μας να μη πέφτουμε σε λάθη απρόσεκτα, ακανόνιστα.

– Δηλαδή;

Να μη φεύγει ο άνθρωπος από τον εαυτό του του καί πέφτει στη σάρκα.

Μα γέροντα σάρκα είμαστε.

Σάρκα είσαι μα πρέπει αν κανονίσεις ποιος θα μπει σε αυτή τη σάρκα.

Δηλαδή για την μοιχεία και τη πορνεία μου λες;

Ναι στα παράλογα.

Εκεί έρχεται ο θυμός του θεού.

-Ακριβώς! Ακριβώς εκεί έρχεται ό θυμός του θεού.

-Αν κάποιος δεν πέφτει στα σαρκικά, αλλά τά κάνει με το μυαλό του, τί γίνεται;

Είναι πιο ελαφρύ καί τον συγχωρεί ό Θεός. Αλλά, αν μπει στο μυαλό, τότε σίγουρο είναι ότι θα κατεβεί στην καρδιά καί τότε θα κάνουμε την πράξη. Είναι πολύ δύσκολο να μή γίνει, αν κάτσει στο μυαλό. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε τούς φεγγίτες τής ψυχής [τά μάτια], γιατί από εκεί μπαίνει ή αμαρτία.

Γέροντα, τώρα τί συμβαίνει;

Τώρα είναι κρίση, δεν ακούνε οι άνθρωποι. Κλίνουν περισσότερο στην κακία, είναι δύσκολο να συμμαζευτούμε πάλι, να έχουμε ένα παράθυρο, μια πόρτα στην καλοσύνη, στην Αγάπη. Βλέπεις, είναι πρόβλημα σοβαρό.

-Έρχεται κανένα μεγάλο κακό;

-Οπωσδήποτε θα φανούν καί ουαί καί αλίμονο.
Καί σέ μάς, στην Ελλάδα;

Ναι, στην Ελλάδα, θα ’χουμε συμφορά. Αρρώστιες. Μέσα στις πόλεις θα σαρώσουν αρρώστιες.

Μόνο; Τίποτε άλλο;

Προς το παρόν. Δεν θέλεις άλλο χειρότερο από αρρώστια.

Πες μου κάτι ακόμη, σέ παρακαλώ. Αυτή ή διάθεση, να συγχωράμε τούς εχθρούς, έρχεται σιγά-σιγά, με τήν προσευχή;

Έρχεται. Πρέπει να λες: «Αφού ό Κύριος το βάζει μέσα στην καρδιά μας καί μάς διατάσσει, πρέπει να το εφαρμόζουμε εμείς ανάλογα, δηλαδή να το θεωρούμε κτήμα τής καρδιάς μας». Ότι απρόοπτο καί να συμβεί, εσύ να μην πάρεις ποτέ απόφαση να κάνεις του άλλου κακό, ούτε κουβέντα ούτε βρισιά να μην του πεις, γιατί πέφτει «ξύλο» μετά την απόφαση αυτή καί ηρεμία δεν βρίσκεις. Καί Εκείνος τότε θα θεραπεύσει.

-Αν δεν του κάνουμε κακό, αλλά το κρατάμε μέσα μας καί ας μάς πικραίνει, δεν είναι συγχωρητικοτητα αυτό;

-Όχι, πρέπει να βγει από μέσα μας. Να πούμε: «θεέ μου, συγχώρησε εμένα πρώτα, γιατί καί εγώ έχω κάτι καί φταίω, καί συγχώρησε καί τον Αμβρόσιο, πού μου έκανε κακό. Μην τον πονέσεις καί συγχώρησε τις αμαρτίες του. Αν το πεις αυτό με τήν ψυχή σου, τότε συντελείται ένα Μυστήριο.

Μυστήριο ολόκληρο! Γιατί αυτό θέλει ό θεός, να καθαρίσει ή δική σου καρδιά καί να συγχωρεθεί καί ό άλλος.
Δηλαδή, ή συγχώρεση πρέπει να είναι από καρδιάς;

Ακριβώς! Με επίγνωση. Αν το καταλάβεις καί το κάνεις, σώθηκες. Γιατί μπορεί να λες «εγώ δεν θέλω να του κάνω κακό», αλλά μέσα σου να μένει το μίσος καί ή κακία να λες ότι συγχωρείς, αλλά μέσα σου να τον μισείς τον άλλον. Αυτό είναι το χειρότερο. Κατάλαβες; θα πεις: «θεέ μου, βγάλε από μέσα μου το μίσος». Τέρμα.

Αυτή ή κατάσταση είναι το πιο καλό πού μπορεί να γίνει στον άνθρωπο;

Βεβαίως! Μέσα στη ζωή οπωσδήποτε θα έρθουν τέτοια πράγματα κακίας. Αλλά εμείς αμέσως θα τά ρυθμίζουμε αλλιώς.


Γέροντα, αν κάποια στιγμή κάποιος μάς κάνει ένα κακό, δεν είναι ανθρώπινο για κάποιο διάστημα -μία ώρα ή μία εβδομάδα- να νιώθουμε άσχημα απέναντι του;

Μπορεί εκείνη τήν ώρα να μην έχεις τη δύναμη να τον συγχωρέσεις, αλλά, άμα περάσει ή μπόρα του θυμού, θα βρεις τον δρόμο καί θα πεις: «Ό Κύριος τι λέει; Να αγαπήσεις τον συνάνθρωπό σου πού σου έκανε κακό καί να τον συγχωρήσεις». Αυτό είναι εντολή, παράγγελμα από τον Ουρανό. Να συγχωρήσουμε! Δεν σου λέω, εκείνη την ώρα είσαι εξαγριωμένος από θυμό, αλλά, άμα περάσει μία μέρα, περάσουν δύο μέρες καί ειρηνεύσει μέσα το πράγμα καί έρθεις καί δεις τον εαυτό σου, τότε θα πεις: «Αφού ό Κύριος παραγγέλλει καλοσύνη καί Αγάπη, αυτό θα βαδίσω». Όχι στην εκδίκηση! Όχι, άμα σου κάνει ένα κακό, να πάς να του κάνεις δέκα κακά.

Όχι! Συγγνώμη καί συγχώρεση, καί εμείς θα βρεθούμε μέσα στην ανάπαυση τής ψυχής, θα μάς δικαιώσει ό θεός. Δεν είναι δύσκολο αυτό, αλλά δεν μπορούμε να το συλλάβουμε. Δεν είναι δύσκολο. Επειδή είμαστε μπλεγμένοι μέσα στα πράγματα τής γης, δεν συγχωρούμε εύκολα. Κατάλαβες;

Αν μαλώνεις, παιδάκι μου, πάς το βράδυ καί λες : «Συγχώρεσε με, πού σου έκανα κακό, πού σέ έβρισα, είπα λόγια για σένα». Εκεί είναι το μυστικό, αυτό να καταλάβεις. Αν δεις που θα πάς, θα τρίβεις τά μάτια σου από εδώ καί πέρα. Εσύ δεν θα κλαις καθόλου μετά. Ανάπαυση τής ψυχής σου από εδώ, καί μέσα στον Παράδεισο τραβάει ή ψυχούλα σου.

-Όταν γίνεται κάτι βαρύ καί δεν αντέχω, είναι καλό να πω: «θεέ μου, δεν μπορώ, βοήθα με»;

Ναι, αυτό θα πεις: «θεέ μου, βοήθησέ με». Καί θα σέ βοηθήσει ή Χάρις του θεού καί θα βρεις τον δρόμο. Μόνος σου δεν μπορείς να κάνεις τίποτα χωρίς τη Χάρη του θεού. Πες: «Έλα, Κύριε, γιατί έχω αυτή τήν ώρα τρικυμία μέσα στα πάθη μου». ‘Άμα είναι σοβαρό το θέμα, ό εχθρός, πού είναι εκεί, σου λέει στον λογισμό: «Πήγαινε, κάνε του κακό! Σκότωσέ τον!».’Άμα τον ακούσεις, καταστράφηκες. Έχασες τον στόχο σου.

Πες μου κάτι για τη φιλανθρωπία.

Πάς κάτω στην Αθήνα σέ κάποιον καί του προσφέρεις ένα φύλλο από το δέντρο. Καί του λες: «Πάρε αυτό το φύλλο». Τούτο να είναι βγαλμένο μέσα από τήν καρδιά σου, γιατί αλλιώς δεν έχει άξια. Κατάλαβες; Σου λέει να εκτελείς τήν εντολή του θεού, πού είναι ή εντολή τής αγάπης. Δεν έχει άξια αν είναι μία δεκάρα, αλλά ή διάθεση εκείνου πού κάνει τήν κίνηση, ή διάθεση τής καρδιάς.

Δηλαδή, όλα έχουν ουσία, όταν γίνονται καρδιακά;

Ναι, από τήν καρδιά, δηλαδή από τον θεό ξεκινά. Καί να, γι’ αυτό το πορτοκάλι πού μάς έφερε αυτός, ό θεός θα του δώσει εκατό πορτοκάλια. Για σκέψου, παιδί μου!

Πάτερ μου, να σου δώσω με τήν καρδιά μου ένα εκατομμύριο, να βρω εκατό;

Ακριβώς, εκατό θα σου δώσει ό Κύριος, αν δώσεις ένα με τήν καρδιά σου. Όμως χωρίς τήν αίσθηση συμφέροντος, να το θυμάσαι. Δεν είναι ψέματα, ούτε παραμύθια. Όχι! Όχι!

Ή Γερόντισσα Παρθενία αυτά τά ήξερε;

Τί ήταν αυτή! Είχε τόση επίγνωση, για να βοηθήσει τον συνάνθρωπό της, πού δεν λέγεται. Εγώ δεν τήν έφτανα ούτε στα νύχια της. Αλλά αυτή είχε έργο. Τήν ήξερα τήν πορεία της.

Γέροντα, ποιός άκουγε πιο πολύ τον άλλο καί έκανε υπακοή, εσύ ή εκείνη;

-Εγώ πιο πολύ, τις περισσότερες φορές. Είχε ένα πνεύμα σοφίας, πού σπάνια μέσα στους χριστιανούς να βρεις τέτοια κατάσταση, να ταιριάζει ή θεότης με τον άνθρωπο. Δεν είχε δεκάρα στην τσέπη της, αλλά δεν πέρασε φτωχός πού να μην του δώσει. Καί να σου πω ένα πράγμα μυστήριο; Ποτέ δεν τής έλειψαν τά λεφτά. Τά σκορπούσε, αλλά είχε καλοσύνη, φιλανθρωπία, ελεημοσύνη. Έτσι ήταν από παιδί ή ψυχή της. Αυτά είναι γεγονότα, τήν έχω ζήσει σαράντα χρόνια! Ποτέ δεν είχε λεφτά, αλλά κάθε μέρα ήταν φορτωμένη. Πίστευε τόσο πολύ, πού δεν λέγεται ή πίστη της στον Χριστό καί στη χριστιανική πορεία.

Γέροντα, υπάρχουν σήμερα Άγιοι;

Ναι, παιδί μου, καί βέβαια υπάρχουν. Υπάρχουν λίγοι. Αυτοί μόνο μάς κρατάνε με τις προσευχές τους.

Καί ποιός είναι Άγιος;

-Άγιος είναι αυτός πού συγχωρεί από καρδιάς. Γιατί οι Άγιοι, πού τούς έχουμε μέσα στην εκκλησία καί τούς προσκυνούμε, ξέρεις αυτό το έργο τής συγχώρεσης πώς το μεταχειρίζονταν;

Δεν λέγεται. Αυτοί συγχωρούσανε καί αγωνίζονταν κιόλας, κάνανε προσευχή καί αγώνα συμφιλίωσης με επίγνωση θεϊκή, όχι ανθρώπινα πράγματα. ‘Άμα ξέρεις γιατί γίνεται ή διόρθωσης, απαλλάσσεσαι εσύ από όλα τά γήινα πράγματα τής κακίας καί έρχεται ή Χάρις καί αγιάζει.

Αν σκοτώσουν τον αδελφό σου, πώς γίνεται να συγχωρείς τον φονιά από καρδιάς;

Είναι πολύ δύσκολο. Αλλά έχουμε παραδείγματα στην εκκλησία προς μίμηση: τον Άγιο Διονύσιο.

Ναι, αλλά αυτός ήταν Άγιος. Εμείς;

Ναι, αυτός ήταν προχωρημένος πνευματικά. Αλλά καί εμείς εκεί πρέπει να βλέπουμε. Όχι, επειδή είμαστε σέ πιο κάτω επίπεδο, αν ένας έκανε κακό, εμείς να μή θέλουμε να συγχωρήσουμε καί να θέλουμε εκδίκηση. Όχι εκδίκηση! Ακοής; θέλεις να εκδικηθείς; Άσε στον θεό το έργο αυτό. Χωρίς όμως να του το ζητήσεις, γιατί τότε περιέχει τήν κακία. Απλά, άσε τον θεό. Ό Κύριος θα το τακτοποιήσει καί θα σέ βγάλει εσένα κύριο τής κατάστασης. Καί σου λέει: «Ας’ το εσύ καί εγώ είμαι έδώ». Αν πιστεύεις, βέβαια, γιατί, αν δεν πιστεύεις… Έ! Τόσο είναι λεπτά τά πράγματα αυτά. Βέβαια, ταράσσεσαι εσύ από το μίσος, όμως όχι, θα το βγάλεις από μέσα σου, γιατί εσύ κανονίζεις αυτό για τήν ψυχή σου. Κατάλαβες; Να δεις πόση είναι ή διαφορά μεταξύ καλοσύνης καί μίσους.

Εκείνος πού συγχωρεί πραγματικά τί αισθάνεται μέσα στην καρδιά του;

Αγαλλίαση ψυχική. Δεν λέγεται ή ικανοποίηση. Σαν να του δώσανε πεντακόσια εκατομμύρια καί τον Παράδεισο να μπει. Εκείνος πού συγχωρεί τον πταίοντα, αυτό γίνεται. Ακούς; Δοκίμασέ το καί θα το δεις. Αλλά με τήν καρδιά σου. Γιατί ό Κύριος είναι μες στην ψυχή μας, ό Δημιουργός ό ίδιος πού μάς έπλασε καί ξέρει αν είναι αλήθεια ότι θέλεις να συγχωρήσεις. ‘Άμα έχεις κρυφό εγωισμό καί λες «θέλω να τον συγχωρέσω, αλλά δεν μπορώ», εκεί είσαι μπερδεμένος ακόμα μέσα σου, κατάλαβες; θέλει καθαρά να συγχωρήσεις τον εχθρό σου.

Ο άγιος Νεκτάριος ήταν ένας. Συγχωρούσε τους πάντες. Αυτός έτσι ήταν. Συγχωρούσε πραγματικά τους πάντες.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟ
ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΜΒΡΟΣΙΟ ΛΑΖΑΡΗ

http://www.vimaorthodoxias.gr