2 6

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Στῦλος γέγονας Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων τὴν Ἐκκλησίαν, ἱεράρχα Ἀθανάσιε, τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατήσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ

Ως θείος Αρχάγγελος, των νοερών στρατιών, Τριάδος την έλλαμψιν, καθυποδέχη λαμπρώς, Γαβριήλ Αρχιστράτηγε· όθεν εκ πάσης βλάβης, και παντοίας ανάγκης, σώζε απαρατρώτους, τους πιστώς σε τιμώντας, και πόθω ανευφημούντας, τα σα θαυμάσια

Φως ιλαρόν



«Φως ιλαρόν αγίας δόξης, αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ.
Ελθόντες επί την ηλίου δύσιν, ιδόντες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα Θεόν. Άξιόν Σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς οσίαις. Υιε Θεού, ζωήν ο διδούς• διο ο κόσμος Σε δοξάζει».


ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΒΑΝΑΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (ΓΙΕΒΤΙΤΣ)
Vladika Banaiski Atanasije (Jevtic)


Φως ιλαρόν

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
Έκδοση Πρώτη, Σεπτέμβριος 1991

Ομιλία στον Εσπερινό το απόγευμα των αγ. Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (29.6.1988) στη πρωτοχριστιανική (μισογκρεμισμένη) εκκλησία της Καππαδοκίας, στην κοιλάδα Βαλκάνων (ή Βουλκάνων) κοντά στο Ortahisar.

«Φως ιλαρόν αγίας δόξης, αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ.
Ελθόντες επί την ηλίου δύσιν, ιδόντες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα Θεόν. Άξιόν Σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς οσίαις. Υιε Θεού, ζωήν ο διδούς• διο ο κόσμος Σε δοξάζει».


Το Φως ιλαρόν είναι πρωτοχριστιανικός λυχνικός ύμνος, δηλ. εσπερινός ύμνος της πρωτοχριστιανικής λατρείας ή, όπως τον ονομάζει ο άγιος Βασίλειος ο Καππαδόκης, «επιλύχνιος ευχαριστία». Ο περίφημος αυτός ύμνος είναι ποίημα ενός από τους άγιους Μάρτυρες και Ομολογητές των πρώτων αιώνων και μάλιστα της περιοχής αυτής – της Καππαδοκίας και Συρίας. Μια αρχαία παράδοσις τον αποδίδει στον άγιο Ιερομάρτυρα Αθηνογένη, που εμαρτύρησε με δέκα μαθητές του επί Διοκλητιανού στις 16 Ιουλίου στην Σεβαστία, γειτονική πόλη της Καισαρίας, γι’ αυτό και ζωγραφίστηκε σε πολλές εκκλησίες της Καππαδοκίας.

Ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας, στο γνωστό του έργο Περί Αγίου Πνεύματος (κεφ. Κθ’: Περί Παραδόσεως στην Εκκλησία) μνημονεύει τον ύμνον αυτόν και μάλιστα αναφέρει ρητώς ένα στίχο του λέγοντας, ότι δεν ξέρει ακριβώς ποιος είναι «ο πατήρ των ρημάτων εκείνων της επιλυχνίου ευχαριστίας» αυτής, αλλά στην συνέχεια μνημονεύει και έναν (άλλον;) ύμνον του αγίου Αθηνογένους (του οποίου αναφέρει το όνομα μόνον, ως πασίγνωστο), και αυτόν μάλλον επιλύχνιον, που τον είπε ή έψαλε ο Μάρτυς μπροστά στους μαθητές του ως «εξιτήριον» (= εξόδιον από τον κόσμον αυτόν) «ορμών ήδη προς την δια πυρός τελείωσιν», πηγαίνοντας δηλ. στην φωτιά του μαρτυρίου του.

Πάντως, όποιος και να είναι ο ποιητής του ύμνου Φως ιλαρόν, πρόκειται οπωσδήποτε για πρωτοχριστιανικό ύμνο (ίσως του γ’ ή ακόμη και του β’ αιώνος). Διότι ο ίδιος ο Μέγας Βασίλειος λέγει στο ίδιο χωρίο ότι το παρέλαβαν «από τους πατέρας ημών», και ως γνωστόν, οι πατέρες και προπάτορές του ήταν χριστιανοί μάρτυρες και ομολογητές στην μεγαλομαρτυρική Καππαδοκία. Ρητώς λέγει ο Μέγας Βασίλειος για τον ύμνο μας: «έδοξε της Πατράσιν ημών μη σιωπή την χάριν του εσπερινού φωτός δέχεσθαι, άλλ’ ευθύς φανέντος ευχαριστείν» και γι’ αυτό στο εσπερινό ιλαρό φως του ηλιοβασιλέματος, «ο λαός αρχαίαν αφήισι την φωνήν», δηλ. όλος ο λαός μαζί ψάλλει τον αρχαίο τούτον ύμνο προς δόξαν του φωτός ή μάλλον του Δημιουργού του φωτός – του Χριστού.

Ο ύμνος Φως ιλαρόν είναι ωραιότατο ποίημα καθαρώς χριστιανικής εμπνεύσεως και περιεχομένου. Εποιήθη και εψάλει ως δοξολογία στον Θεό κατά την εσπερινή ώρα της δύσεως του ηλίου• την ώραν αυτή που απλώνεται στην γη μας ένα χαριτωμένο, ιλαρό φως, με το οποίο τελειώνει η ημέρα, αλλά και προμηνύεται η νύχτα και από την νύχτα πάλι η άλλη ημέρα.

Η αρχή του ύμνου αυτού ξεκινάει από την φύση, με το φυσικό φως του δειλινού και αυτό φανερώνει ότι οι πρώτοι χριστιανοί ζούσαν ανοιχτά και βλέπανε θετικά το κάλλος της φύσεως, την στάση αυτή συναντούμε και στους Εβραίους της Βίβλου και στους αρχαίους Έλληνες.1 Οι πρώτοι χριστιανοί ζούσανε την φύση ως ποίημα, δημιούργημα του Ζώντος και Αληθινού Θεού και γι’ αυτό πίσω από την φύση έβλεπαν τον ποιητή της και Αυτόν εδόξαζαν στο κάλλος της. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι ο ύμνος αναφέρεται στο Φως, το πιο λεπτό και ωραίο και βαθύ στοιχείο στην ορατή φύση. Η φύσις στο βάθος σημαίνει φως και ως φως την έβλεπαν και οι πρώτοι χριστιανοί, και αργότερα οι ησυχαστές, αλλά και η σημερινή πιο προχωρημένη επιστήμη ανάγει τα πάντα στο φως, όπως ακριβώς και τα πρώτα λόγια της Βίβλου.

Υπάρχει όμως και μια βασική διαφορά στην στάση έναντι της φύσεως μεταξύ των πρώτων χριστιανών και των αρχαίων. Οι αρχαίοι εθαύμαζαν την φύση αλλά και την ελάτρευαν, και μάλιστα το φως του ηλίου και των αστέρων και γι’ αυτό ελάτρευαν τον αήττητον ήλιον (solus invictus). Οι χριστιανοί απέρριπταν κάθε είδος ειδωλολατρίας και γι’ αυτό ελάτρευαν μόνον τον Ζώντα και Αληθινόν Θεόν που απεκάλυψεν και εξηγήσατο (Ιω.1,18) ο Χριστός. Αλλ’ οι πρώτοι Χριστιανοί έβλεπαν την φύση και τα πάντα μέσα στην φύση, και μάλιστα το φως, ως χώρο προνοίας και τόπο παρουσίας του Ζώντος και Παρόντος Θεού. Ο κόσμος γι’ αυτούς ήταν το σπίτι τους, ο οίκος του Θεού τους, και δεν ήθελαν να τον αρνηθούν ή να τον αφήσουν στα χέρια του διαβόλου και των ψευδοθεών του. Αντί λοιπόν της αρχαίας κοσμολατρίας οι χριστιανοί είχαν έναν υγιή κοσμισμό, μια ορθή κοσμολογία έβλεπαν τον κόσμο ως έργο του Θεού Λόγου, του Χριστού.

Γι’ αυτό ο ύμνος μας αρχίζει με αφορμή το χαριτωμένο, ιλαρό φως της δύσεως του ηλίου, που και αυτό είναι έργο (κτίσμα) του Δημιουργού του σύμπαντος. Αλλ’ όσο και να είναι ωραίο και ευχάριστο το φως αυτό, αμέσως η σκέψις των πρώτων χριστιανών, η καρδιά τους, τους οδηγεί στο βάθος, στο αληθινό Φως του Κόσμου, που είναι ο Χριστός. Παίρνοντας απλώς αφορμή από το φυσικό γεγονός -πόσο ωραία και ήσυχα ακτινοβολεί το χαμηλό φως του δύοντος ηλίου – οι πρώτοι χριστιανοί βλέπουν σ’ αυτό μια εικόνα της θείας αλήθειας: πως ο Χριστός, φως του Θεού Πατρός, προσέρχεται και ακτινοβολεί στον κόσμο, ιλαρώς. Η εικόνα που δίνει το ποίημα φαίνεται στην αρχή φυσική: ένα ήσυχο, ιλαρό φως διάχυτο στον δυτικό ορίζοντα μας αποκαλύπτει μια ωραία, σχεδόν ιερή δόξα του ήλιου και προκαλεί αισθήματα ευχάριστα. Αλλά για τους χριστιανούς αυτό είναι πολύ, πάρα πολύ λίγο. Η νοσταλγία τους ή μάλλον η πρωταρχική πίστις τους και η εσχατολογική ελπίδα τους (που και οι δύο συνιστούν μέσα τους την χριστιανική αισθητή πληροφορία (βλ. Α’ Θεσ. 1, 5 και Εβρ. 6. 11 και 10, 22) τους πάει αμέσως, πιο πέρα: στον Ιησού Χριστό (του οποίου το όνομα ο ποιητής του ύμνου άφησε επίτηδες, γι’ αργότερα), που είναι το αληθινό και άκτιστο και πραγματικό Ιλαρόν Φως της Δόξης της Αγίας, που είναι ο Αθάνατος Πατήρ (και όχι ο πεπερασμένος ήλιος) και που ο υμνωδός στην συνέχεια στολίζει με μερικά χαρακτηριστικά, τον ονομάζει: Ουράνιο, Άγιο, Μακάριο.

Θα μπορούσαμε από εδώ ακόμη να διαβλέψουμε μια ησυχαστική θεώρηση που προέρχεται από καθαρώς χριστιανική βιβλικο-ησυχαστική πείρα. Το φως είναι η ‘δόξα‘ του ηλίου, η λαμπρή ακτινοβολία του, που τον φανερώνει και μας καθιστά κοινωνούς του. Ο Χριστός είναι το θείον Φως που μας αποκαλύπτει την Δόξα του Θεού Πατρός, μάλλον ο Ίδιος είναι η Δόξα του Πατρός, επειδή μας αποκαλύπτει τον Πατέρα και την αγία, αθάνατη, ουράνια, μακάρια Δόξα Του κάνοντάς μας ταυτόχρονα και μετόχους της Δόξης αυτής και του πλούτου των χαρίτων του Θεού της Αιωνίου Δόξης. Ίσως όμως θα μπορούσαν να εκληφθούν όλα αυτά απρόσωπα, αν ο ποιητής δεν έσπευδε, στο τέλος της στροφής αυτής, να προσθέσει το αγαπητό στους πρώτους χριστιανούς και στους ησυχαστές, και σε μας τους αμαρτωλούς, όνομα: Ιησού Χριστέ.

Είμαι βέβαιος ότι ο ποιητής- υμνωδός, ξεκίνησε στο Φως ιλαρόν από την καθαρώς χριστιανική πείρα του την εν Χριστώ Ιησού, από την γεύση δηλαδή της εν Χριστώ σωτηρίας, χάριτος, νέας ζωής εν Θεώ και συν Θεώ, και δι’ αυτής αναγνώρισε όχι μόνον πίσω από το φυσικό φως του ήλιου το θείον Φως του Ήλιου της Δικαιοσύνης, αλλά και αναγνώρισε μέσα στον Ιησού Χριστό τον αληθινό Υιό του Θεού, όπως θα Τον αποκαλέσει (‘Υιε Θεού‘) και θα Τον αναφέρει λίγο πιο κάτω. Δηλαδή, από την χαριτωμένη πείρα της δόξης του Χριστού Σωτήρος, που είναι δώρον του Αγίου Πνεύματος του αποκαλύπτοντος τον Χριστό ως Κύριο και Θεό (Α’ Κορ. 12, 3, Γαλ. 4,6 κ.λ.π.) ξεκίνησε ο ποιητής, δηλ. οι πρώτοι χριστιανοί, και έτσι όλη η κοσμολογία του και η θεολογία του, δηλ. εδώ Χριστολογία (σχέση του Χριστού προς τον Θεό και τον κόσμο) έχει την Σωτηριολογία ως βάση και ως οδηγό. Γι’ αυτό καταλήγει στην πρώτη στροφή του ύμνου, στο περιεκτικό όνομα και πράγμα ‘Ιησού Χριστέ’, διότι Αυτός είναι η ταυτότητα του και ταυτότητα μας. (Ένας, νομίζω, λόγος παραπάνω να δεχθούμε ότι ο ύμνος είναι ποίημα ενός πρωτοχριστιανού Μάρτυρος).

(‘Κύριε Ιησού Χριστέ’.., είναι και η προσευχή των ησυχαστών). Διότι, χωρίς αυτόν, τον Χριστό, όλα αυτά, ακόμη και τα πιο χαρακτηριστικά και σπουδαία προσόντα του Θεού, όπως η Δόξα Του (και μάλιστα η Δόξα με την βιβλική της έννοια), δεν έχουν για μας τους ανθρώπους τόση σημασία, μας είναι απρόσιτα, αμέθεκτα, άφθαστα.

Η δεύτερη στροφή (που μερικοί μελετητές της πρωτοχριστιανικής ποιήσεως, μεταξύ των οποίων και ο καθ. Π. Χρήστου, την θεωρούν ως επιπρόσθετο εφύμνιο, πράγμα που είναι υποθετικό, χωρίς σίγουρη απόδειξη), δείχνει πως ο ποιητής ζει και εννοεί τον Ιησού Χριστό μέσα στα Τριαδολογικά πλαίσια, διότι η Χριστολογία της πρώτης Εκκλησίας, όπως και όλης της Ορθοδοξίας μέχρι σήμερα, και των επομένων άγιων ησυχαστών (ασκητών και θεολόγων του ησυχασμού), εννοείται μόνον εντός της ορθής και πλήρους Τριαδολογίας από την οποία είναι αχώριστη. Γι’ αυτό ο υμνωδός μας και στην πρώτη στροφή το ίδιο φως συνδέει με τον Χριστό, και στην δεύτερη στροφή με την Αγία Τριάδα: ‘ιδόντες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα Θεόν’.

Μπορούμε επίσης να πούμε ότι σ’ αυτήν την δεύτερη στροφή ο πρωτοχριστιανός ποιητής παίρνει αφορμή, από το εσπερινό φως της δύσεως του ήλιου, για να υμνήσει την Αγία Τριάδα, διότι οι πρώτοι χριστιανοί, και στην συνέχεια οι Πατέρες της Εκκλησίας (π.χ. ο Γρηγόριος ο θεολόγος) βλέπανε στον ήλιο μια κτιστή εικόνα του Τριαδικού Θεού: ο ίδιος ο ήλιος εσήμαινε τον Θεόν Πατέρα, το φως του – τον Υιόν, και η θερμότητά του – το Άγιον Πνεύμα. Επίσης, μπορούμε να διακρίνουμε ότι ο ποιητής στο εσπερινό φως, που ενώ δύει μοιάζει να αναγγέλλει το επόμενο ξημέρωμα, βλέπει και αισθάνεται να προμηνύεται η εσχατολογική προοπτική πλήρους της αποκαλύψεως και φανερώσεως του Θεού ως του Τριαδικού Φωτός (βλ. Α’ Τιμ. 6, 14-16 και Ιακώβου 1, 5-7).

Με αυτόν τον τρόπο οι πρώτοι χριστιανοί, ξεκινώντας από το φυσικό, κτιστό φως του ηλίου, έβλεπαν όλη την κτίση ως μια αναγωγή, ως μια φυσική μυσταγωγία προς την δοξολογία του Θεού Δημιουργού, που γι’ αυτούς, και για μας τους σημερινούς ορθοδόξους, είναι Τριάς, και όχι απλώς ένας Θεός Κτίστης (δηλ. ένας Θεός του στείρου μονοθεϊσμού). Πράγματι, για μας τους χριστιανούς, ο Θεός ως ποιητής της κτίσεως είναι Θεός Τριάς, Θεός που κατά φύσιν είναι κοινωνία προσώπων και όταν δημιούργησε τον κόσμο κάλεσε όλους σε προσωπική κοινωνία μαζί Του: κοινωνία Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος.

Αυτό που είπαμε φαίνεται και στην πρώτη στροφή του ύμνου, όπου ο ποιητής βλέπει το ιλαρόν φως, τον Χριστό, ως φανέρωση της αγίας δόξης του Αθανάτου και επουράνιου Πατρός και έτσι υμνεί την σχέση Υιού και Πατρός (δηλ. των δύο πρώτων προσώπων της Τριάδος). Στην δεύτερη στροφή συμπληρώνει την ευχαριστήριο υμνολογία σε ολόκληρη την Αγία Τριάδα, αναφέροντας και το τρίτο πρόσωπο, το Άγιον Πνεύμα Θεόν (το οποίον, κατά τον άγ. Αθανάσιον και τους Καππαδόκες Πατέρες, συμπληρώνει την τελειότητα της Τριάδος, διότι μόνον «εν τη Τριάδι η τελείωσις έστιν».

Στην τρίτη στροφή το ποίημα μας, που ξεκίνησε από την εσπερινή ώρα για να υμνήσει τον Χριστό και δι’ Αυτού την Αγία Τριάδα, τώρα επεκτείνει την υμνολογία και δοξολογία του Χριστού «εν παντί καιρώ και πάση ώρα», λέγοντας ότι «άξιόν Σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι». Διότι, ο Χριστός ως Θεός και όλη η Αγία Τριάς είναι Δημιουργός κάθε ώρας και κάθε χρόνου, όπως και ποιητής κάθε κτίσματος και πράγματος στο σύμπαν. Είναι πολύ φυσικό για τους πρώτους χριστιανούς να τονίσουν, ότι ο Θεός είναι άξιος λατρείας και δοξολογίας όχι μόνον σε ορισμένη ώρα της ημέρας ή της νύχτας, ή σε κάποια μέρα ή περίοδο της εβδομάδος ή του έτους, αλλά Του πρέπει και Του αξίζει ευχαριστία και δοξολογία παντού και πάντοτε: «νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων», όπως το λέμε μόνιμα σ’ όλες τις λατρευτικές προσευχές και ακολουθίες και λειτουργίες της Εκκλησίας μας. Όλη η ζωή των χριστιανών είναι μία δια βίου μόνιμη λατρεία του Θεού.

Αλλά ο ποιητής προσθέτει και το απαραίτητο ηθικό στοιχείο για την πλήρη συμμετοχή μας στην παντοτινή λατρεία και υμνολογία του Θεού, λέγοντας ότι άξιον είναι να υμνήσουμε τον Χριστό και την Αγία Τριάδα, όχι όπως- όπως, αλλά «φωναίς οσίαις». (Στην νεώτερη γραφή του ύμνου φως ιλαρόν γράφεται και λέγεται «φωναίς αισίαις». δηλ., με χαρά και με αισιοδοξία, αλλά η παλαιά σλαβική μετάφραση διέσωσε την πιο παλιά και ορθή μορφή του κειμένου: φωναίς οσίαις (που και παλαιότερα ελληνικά χειρόγραφα το μαρτυρούν, το νόημα είναι έτσι και βιβλικά πιο κατοχυρωμένο). Η έννοια της φράσεως του στίχου αυτού του ποιήματός μας είναι ότι τον Σωτήρα Χριστόν και τον Θεόν Τριάδα πρέπει να υμνούμε από καρδιά καθαρή και ψυχή όσια, από την οποία βγαίνει η ηθική -οσιακή φωνή ευχαριστίας και δοξολογίας. (Έτσι λέγεται και στους Ψαλμούς: ‘ψάλλατε τω Κυρίω, οι όσιοι αυτού’ -Ψαλ. 29-30), και επίσης στις Παροιμίες 22. II: ‘αγαπά Κύριος όσιας καρδίας’- και κυρίως στην Σοφία Σολομώντος 6, 10: ‘οι φωνάξαντες οσίως τα όσια οσιωθήσονται’. Τα λόγια αυτά έχουν πολύ σπουδαία σημασία για την σύνολη στάση μας -και όχι μόνο την ηθική- μπροστά στον Θεό και στα θεία).

Αυτός ο στίχος λοιπόν τονίζει τώρα, μετά την Κοσμολογία, Χριστολογία και Τριαδολογία, και την ηθική που είναι το αναφαίρετο στοιχείο της χριστιανικής μας υπάρξεως και πίστεως και ζωής. Δεν μπορεί δηλαδή να έχουμε πίστη στον Χριστό και την Αγία Τριάδα και να μην την συνοδεύει μια αληθινή αφοσιωμένη οσία ζωή. Διότι το πνεύμα του Θεού (το κατ’ εξοχήν Άγιον Πνεύμα, που μόλις προμνημονεύτηκε στον ύμνο) δεν κατοικεί σε ακάθαρτες ψυχές, όπως λέγει η Αγία Γραφή, και γι’ αυτό ο Θεός μας καλεί στην σωτηρία και την αγιότητα, που είναι ένα και το αυτό.

Με αυτό τον τρόπο ο ύμνος «Φως ιλαρόν» περιέχει και εκφράζει την καθολικότητα και ακεραιότητα της χριστιανικής πίστεως και ζωής (σύμφωνα με τον αρχαιοχριστιανικό κανόνα: lex orandi – lex credendi – lex Vivendi). Διότι η αληθινή ζωή των χριστιανών πηγάζει από την αλήθεια της πίστεως στον Χριστό, η δε πίστις από την αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στο Πρόσωπο και έργο του Σωτήρος Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού και Θεού του ανθρώπου.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο ποιητής συνεχίζει τον ύμνο μνημονεύοντας τώρα και επικαλούμενος το κύριον όνομα του ύμνου: «Υιε Θεού, ζωήν ο διδούς». Είδαμε στην πρώτη στροφή του ύμνου ότι ο ποιητής επανέλαβε το όνομα: Ιησού Χριστέ, το οποίο, καίτοι είναι όνομα που αναφέρεται στην θεία Οικονομία και όχι μόνο στην θεία φύση του Λόγου, στα συμφραζόμενα του κειμένου το συνδέει με τα θεϊκά χαρακτηριστικά του Χριστού: Φως της Δόξης του Επουρανίου και Αθανάτου Πατρός κ.λ.π, που θα αρμόζανε κυριολεκτικά στο όνομα του Χριστού το κυρίως θεολογικό: Υιε Θεού. Αλλ’ ο πρωτοχριστιανικός ποιητής στο θεϊκό αυτό όνομα προσθέτει μάλιστα ένα οικονομικό και σωτηριολογικό χαρακτηριστικό του Χριστού: ζωήν ο διδούς, που κατά την γνώμη μας αφορά πρωτίστως την νέα εν Χριστώ ζωή, την κεχαριτωμένη καινή ζωή, και μέσω αυτής της πείρας της νέας σωτηριώδους ζωής υπονοείται σίγουρα και η πρώτη ζωή που μας την έδωσε ο Χριστός ως Δημιουργός του ανθρώπου και όλου του κόσμου. Αυτά είναι εκείνο που εννοούσαμε στην αρχή, όταν είπαμε ότι ο ποιητής του ύμνου Φως ιλαρόν ξεκίνησε από την καθαρώς χριστιανική εμπειρία της εν Χριστώ νέας ζωής και αιωνίου σωτηρίας και από αυτήν βλέπει με νέο φως τον κόσμο, την φύση. την ζωή, την ύπαρξη, το φυσικό φως του ήλιου κ.λπ.

Το ότι αντικαθιστά τους όρους, δηλ. τα ονόματα του Χριστού, τα οικονομικά, σωτηριολογικά και τα θεολογικά, αυτό το κάνει επίτηδες, όπως εξ άλλου και τα πολλά αποστολικά και πατερικά και υμνογραφικά κείμενα της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, διότι με αυτόν τον τρόπο ομολογεί και μαρτυρεί την στάση της Εκκλησίας στην αλήθεια της αντιδόσεως των ιδιωμάτων της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως του Ενός Χριστού, θεανθρώπου και Σωτήρος.

Ο ύμνος Φως ιλαρόν, λοιπόν, ενώνει και δοξολογεί ενιαία όλα τα χαρακτηριστικά του Χριστού: ως Λόγου και Σοφίας και Φωτός και Δόξης του Θεού ως Μεσσίου και Σωτήρος (=Ιησού Χριστέ), ως Υιού του Θεού και ενός της Αγίας Τριάδος. Αλλά, ας επαναλάβουμε, όλα αυτά τα ζει, τα εκφράζει και εξυμνεί ξεκινώντας από την καθαρώς χριστιανική σωτηριολογική πείρα της εν Χριστώ απολυτρώσεως, αναγεννήσεως και ανακαινισμένης ζωής, που ο Χριστός έφερε και εχάρισε στους ανθρώπους και στον σύμπαντα κόσμον -«διο ο κόσμος Σε δοξάζει». Δηλαδή, όλος ο κόσμος δοξάζει τον Χριστόν ως τον Κύριόν του και Σωτήρα του, ως Κτίστην του Φωτοδότη και Ζωοδότη, και στην εδώ φυσική ύπαρξη και ζωή, αλλά ακόμη περισσότερο στην αιώνια, υπερφυσική, κεχαριτωμένη ύπαρξη και ζωηφόρο και φωτοφόρο αγία, μακάρια, αθάνατη ζωή, στην αιώνια Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Ο θαυμάσιος ύμνος φως ιλαρόν, ποιηθείς ως πρωτοχριστιανική επιλύχνιος ευχαριστία στον Χριστό είναι ένα τέλειο χριστιανικό λατρευτικό ποίημα που εν σπέρματι περιέχει όλα τα βασικά στοιχεία της χριστιανικής νέας, καθολικής, θείας και ενιαίας οράσεως του κόσμου και του ανθρώπου. Είμαι σίγουρος ότι ο πρώτος ποιητής, δηλ. ο συνθέτης του, που μάλλον θα ήτο ένας μάρτυς του Χριστού, δεν σκέφθηκε, γράφοντάς τον ή μάλλον ψάλλοντάς τον αυθόρμητα και εμπνευσμένα για πρώτη φορά, να βάλει μέσα όλα τα θεολογικά κ.λ.π. στοιχεία που είδαμε πιο πάνω, άλλ’ απλώς άφησε την καρδιά του να υμνήσει τον Θεό όπως τον ζούσε και εγνώριζε. (Εδώ και πάλιν ισχύει ο λόγος του Αποστόλου, ότι «ου γαρ θελήματι ανθρώπου… αλλ’ υπό Πνεύματος Αγίου φερόμενοι ελάλησαν άγιοι Θεού άνθρωποι» – Β’ Πέτρου 1. 21).

Το περιεκτικό αυτό φωταγωγικό και φωτοδοξολογικό λατρευτικό ποίημα Φως ιλαρόν, όπως είχε αρχίσει με δοξολογία του Θεού δια Χριστού εν Αγίω Πνεύματι, έτσι και τελειώνει με δοξολογία του Θεού Πατρός δια του Ζωοδότου Υιού Του εν τω Ζωηφόρω Αγίω Πνεύματι, συμπεριλαμβανομένου και του κόσμου• το κέντρο αυτού του κόσμου είμαστε οι άνθρωποι, που ζούμε μέσα σ’ αυτόν. Η ζωή μας όμως «κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ». (Κολ. 3. 3) που είναι ο Πατήρ των Φώτων – του Υιού και του Πνεύματος- (Ιακώβου 1, 17 και Διονύσιος Αρεοπαγίτης και οι Πατέρες του ησυχασμού). Είμαστε οι κατά χάριν υιοί φωτός (Εφ. 5. 8• Α’ Θεσ. 5. 5).

Διότι, Φως Χριστού φαίνει πάσι!

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Είναι βέβαιον ότι και οι Εβραίοι της Παλαιάς Διαθήκης, όπως και οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι είχαν την θρησκευτική παράδοση να προσεύχονται και υμνούν τον Θεό για το εσπερινό και πρωινό φως και την επιλύχνιον ευχαριστία, όπως μαρτυρεί π.χ. ο Ιππόλυτος Ρώμης (Αποστολική παράδοσις, 25). Κλήμης Αλεξανδρείας Προτρεπτικός, 11: «Χαίρε. Φως!»… κ.λ.π.). αγ. Γρηγόριος Νύσσης (Βίος Μακρίνης, 22-25). άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος κ.λ.π. Η πρωτοχριστιανική αυτή παράδοσις, που πηγάζει από την βιβλική αποκάλυψη, συνεχίσθηκε και στην ησυχαστική παράδοση.