2 6

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Στῦλος γέγονας Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων τὴν Ἐκκλησίαν, ἱεράρχα Ἀθανάσιε, τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατήσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ

Ως θείος Αρχάγγελος, των νοερών στρατιών, Τριάδος την έλλαμψιν, καθυποδέχη λαμπρώς, Γαβριήλ Αρχιστράτηγε· όθεν εκ πάσης βλάβης, και παντοίας ανάγκης, σώζε απαρατρώτους, τους πιστώς σε τιμώντας, και πόθω ανευφημούντας, τα σα θαυμάσια

«Παυλάκης ο αρμεχτής»

Ένα χρόνο περίπου μετά την εγκατάσταση του π. Αρσενίου στο σπίτι της Ναντιέζντα Πετρόβνα, έκανε την πρώτη εμφάνισή του ο αστυνόμος-τομεάρχης Παύλος Συμεώνοβιτς, ο “Παυλάκης ο αρμεχτής”, όπως τον αποκαλούσαν.
Τριανταπέντε χρονών πάνω-κάτω, μέτριου αναστήματος, ξανθός και γαλανομάτης, ο Παύλος είχε πάντα καρφωμένο στο χλωμό πρόσωπό του ένα παγερό χαμόγελο, που προξενούσε φόβο. Μπαίνοντας στο σπίτι, χαιρέτησε τυπικά τη Ναντιέζντα και κάθισε πριν του το πει εκείνη. Μετά από μερικές γενικές ερωτήσεις, γύρισε την κουβέντα στον ένοικο. Ποιος είναι; Από που ήρθε; Τι κάνει εδώ;…



Η γυναίκα, μ’ όλο το χτυποκάρδι της, γέλασε θαρρετά και του είπε:
— Παύλε Συμεώνοβιτς, ο ένοικός μου είναι γραμμένος στα βιβλία σας. Η αστυνομία γνωρίζει τα πάντα γι’ αυτόν. Πέστε μου στα ίσια, τι θέλετε;
—Α, τίποτα το ιδιαίτερο… Να, οι γείτονες λένε πως έρχεται πολύς κόσμος εδώ. Ο ένοικός σας είναι παπάς. Μήπως ιερουργεί μέσα στο σπίτι; Αυτό απαγορεύεται από το νόμο. Υπάρχουν εκκλησίες…
Τη στιγμή εκείνη βγήκε από το δωμάτιο του ο π. Αρσένιος. Χαιρέτησε και κάθισε.
—Για μένα ρωτάτε;
—Ναι, για σας κύριε Στρελτσώφ, είπε ο αστυνόμος λίγο μουδιασμένα. Ρωτάω αν ιερουργείτε στο σπίτι, πράγμα που απαγορεύεται, όπως γνωρίζετε… Από το στρατόπεδο ήρθατε;


Συνέχισαν τη συζήτηση, πίνοντας το τσάι που τους έφερε η Ναντιέζντα. Ο Παύλος κάτι καταλάβαινε από θρησκεία. Είχαν εμφανιστεί, είπε, στην πόλη αιρετικοί, μάρτυρες του Ιεχωβά. Καυχήθηκε πως ήξερε καλά την αίρεση των χιλιαστών, που κατευθύνονται από τους Αμερικάνους. Έπιασε μετά να ρωτάει για το Θεό, την πίστη, την Εκκλησία…
Ο π. Αρσένιος του απαντούσε πρόθυμα και εγκάρδια, σαν να ήταν παλιός του φίλος. Δεν βιαζόταν καθόλου να βάλει τέρμα στη συζήτηση – έτσι έδειχνε τουλάχιστον. Μιαν ολόκληρη ώρα έμεινε στο σπίτι ο αστυνομικός. Φεύγοντας, πήρε από τη Ναντιέζντα το καθιερωμένο «φιλοδώρημα»: εκατό ρούβλια. Γι’ αυτό ακριβώς του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι “Παυλάκης ο αρμεχτής”. Όλους τους… άρμεγε, χωρίς όμως να ζητάει μήτε να πιάνει ποτέ στα χέρια του χρήματα. Έπρεπε να του τα βάλουν σιωπηλά στην τσέπη του χιτωνίου του, ενώ εκείνος έκανε πως δεν έβλεπε, πως δεν καταλάβαινε. Ήταν ένας άγραφος νόμος κι ένα κοινό μυστικό.




— Να είστε πιο προσεκτικοί, είπε με προσποιητή αυστηρότητα, καθώς έφευγε. Να μη μαζεύεται πολύς κόσμος εδώ…
Από τότε ερχόταν τακτικά, τουλάχιστον μια φορά το μήνα, με διάφορες προφάσεις: Εξέταζε την κατάσταση του σπιτιού. Κοίταζε την περίφραξη. Ερευνούσε για σκύλο. Έκανε ερωτήσεις για το ένα ή το άλλο ζήτημα… Μα πάντα – ήταν ολοφάνερο – επιδίωκε να πιάσει κουβέντα με τον π. Αρσένιο. Κι εκείνος πάλι, όταν άκουγε το κουδούνι και καταλάβαινε από το επίμονο χτύπημα πως είναι ο Παύλος, έτρεχε να του ανοίξει. Τον έβαζε στο σαλονάκι, του έφερνε τσάι και του μιλούσε για τη ζωή του. Του διηγιόταν ελεύθερα και ειλικρινά όσα είχε περάσει, χωρίς να φοβάται. Μα και ο αστυνόμος σιγά-σιγά ξεθάρρεψε. Άρχισε ν’ αποκαλύπτει τις σκέψεις και τα προβλήματά του, να μιλάει για την οικογένεια και τη δουλειά του…
Στη Ναντιέζντα, απεναντίας, δεν άρεσαν καθόλου αυτές οι συζητήσεις. Καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα ώσπου να φύγει ο Παύλος.


Για πολύν καιρό δεν έλεγε τίποτα στον π. Αρσένιο. Μια μέρα όμως ξέσπασε.
— Μα γιατί συζητάτε τόσο μ’ αυτόν τον Παυλάκη; Τι περιμένετε από ένα τέτοιον άνθρωπο; Έρχεται κάθε λίγο και λιγάκι, κοιτάζει από δω, ψάχνει από κει, παίρνει λεφτά… Ο γέροντας την κοίταξε κατάματα.


— Ναντιέζντα Πετρόβνα, είπε, αν παρατηρήσετε προσεκτικά τον Παύλο, αν μπορέσετε να ρίξετε ένα βλέμμα στα βάθη της ψυχής του, θα δείτε να σιγοκαίει εκεί η θεία φλόγα της πίστεως!
- “Μα πώς είναι δυνατόν αυτός ο αρμεχτής να έχει μέσα του τέτοια φλόγα;”, συλλογίστηκε η γυναίκα, χωρίς όμως να φανερώσει τη σκέψη της στον π. Αρσένιο.
Μετά από δύο χρόνια ο αστυνόμος σταμάτησε να παίρνει χρήματα. Μα και τότε η διάθεση της Ναντιέζντα απέναντί του δεν άλλαξε. Τον φοβόταν, πίστευε ότι παρακολουθεί και καταδίδει. Απεναντίας ο π. Αρσένιος έδειχνε όλο και πιο χαρούμενος, όλο και πιο φιλικός μαζί του. Στον τρίτο χρόνο επάνω άρχισε να φέρνει και δώρα – μια καπνιστή ρέγγα, ένα βάζο κόκκινο χαβιάρι, διάφορα είδη που μπορούσαν να βρουν μόνο οι άνθρωποι του Κόμματος. Δεν δέχτηκε ποτέ χρήματα για τα πράγματα αυτά.
— Είναι ένα δώρο από μένα για σας, έλεγε στερεότυπα κάθε φορά στο γέροντα.


Πέρασαν ακόμα δυο χρόνια. Ο π. Αρσένιος άρχισε να προσκαλεί τον Παύλο και μέσα στο δωμάτιό του, όπου συνομιλούσαν ιδιαιτέρως. Τώρα πια όχι μόνο η Ναντιέζντα, μα και άλλοι αδελφοί άρχισαν να εκφράζουν φόβους και επιφυλάξεις. Ο παππούλης τους άκουγε και χαμογελούσε… Σε όλους, είναι αλήθεια, έκανε εντύπωση το ότι, από καιρό σε καιρό, ο Παύλος προειδοποιούσε για ενδεχόμενο κίνδυνο. Άλλοτε ενημέρωνε για τα λόγια και τις κινήσεις κάποιων υπόπτων γειτόνων. Άλλοτε έφτανε λαχανιασμένος, μέσα στη νύχτα, για να πει πως έπρεπε να φύγουν οι επισκέπτες από το σπίτι. Και άλλοτε έστελνε άρον-άρον τη Ναντιέζντα στο σταθμό για να γυρίσει πίσω όσους έρχονταν. Φαίνεται πως τις μέρες εκείνες παρακολουθούσαν το σπίτι οι άνθρωποι της μυστικής αστυνομίας. Δυο φορές, άλλωστε, η Ναντιέζντα είχε βρει μέσα στον κήπο κάποιους δήθεν μεθυσμένους, που είχαν πηδήξει το φράχτη «κατά λάθος».
Ο Παύλος ερχόταν πια δυο φορές το μήνα, αφού όμως πρώτα περνούσε από τ’ άλλα σπίτια της γειτονιάς.
Αυτό το έκανε για να θολώνει τα νερά, δείχνοντας πως επιτηρεί ολόκληρη την περιοχή. Γι’ αυτό άκουγες να λένε στο δρόμο:
— Μπορεί να είναι αρμεχτής ο Παυλάκης, αλλά στον τομέα του επικρατεί τάξη.
Το τι συζητούσε με τον π. Αρσένιο τα τελευταία χρόνια κανείς δεν το ήξερε. Το φανερό ήταν ότι από μήνα σε μήνα δενόταν περισσότερο μαζί του.


Μια μέρα, στις αρχές Νοεμβρίου του 1963, ήρθε πολύ λυπημένος. Η μητέρα του ήταν στα τελευταία της.


Κάθισε σε μια πολυθρόνα και ξέσπασε σε κλάματα. Ο π. Αρσένιος άρχισε να τον παρηγορεί.
–Η μητέρα μου είναι πιστή, είπε με τρεμουλιαστή φωνή. Σ ‘ όλη της τη ζωή προσευχόταν, αν και δεν μπορούσε να πηγαίνει στην εκκλησία. Εγώ, βλέπετε, είμαι μέλος του Κόμματος, υπηρετώ και στην αστυνομία, με ξέρουν όλοι. Η μητέρα το έφερνε πάντα βαριά. Ξέρει και το παρατσούκλι μου – Παυλάκης ο αρμεχτής. Αλλά τι να κάνω; Έτσι που έχει γίνει η ζωή… Σας παρακαλώ πολύ, π. Αρσένιε, ελάτε να την εξομολογήσετε και να την κοινωνήσετε. Σας παρακαλεί κι εκείνη. Της έχω διηγηθεί τόσα για σας… Ελάτε το βράδυ. Προσεκτικά. Μπορείτε, αν θέλετε, να πάρετε μαζί σας και τη Ναντιέζντα Πετρόβνα. Θα σας περιμένω στην αυλόπορτα…


Στις οχτώ, όπως συμφώνησαν, ο γέροντας και η Ναντιέζντα – ο πρώτος πολύ ευδιάθετος, η δεύτερη πολύ φοβισμένη – βγήκαν στη δημοσιά. Σκοτάδι και βροχή, οι πιο ιδανικές συνθήκες για μια τέτοια «επιχείρηση».


Στην πόρτα του κήπου τους περίμενε ο Παύλος, όπως είχε υποσχεθεί. Τους οδήγησε αμέσως μέσα. Η Μαρία Κάρποβνα ήταν πολύ άσχημα. Ακίνητη πάνω στο κρεβάτι, χλωμή, σκελετωμένη, ζαρωμένη, μόλις που ανάσαινε. Όλα της τα μέλη έμοιαζαν κιόλας νεκρά. Μόνο τα μάτια της, ορθάνοιχτα και σπιθοβόλα, αγωνίζονταν, θαρρείς, απεγνωσμένα να κρατήσουν μια στάλα ζωής.
Ο π. Αρσένιος κάθισε δίπλα στο προσκεφάλι της. Οι άλλοι αποσύρθηκαν διακριτικά στο διπλανό δωμάτιο. Η γυναίκα του Παύλου, η Ζίνα, έκλαιγε με λυγμούς. Αχ, έλεγε, τέτοιον άνθρωπο, σαν τη μητέρα του Παύλου, δεν βρίσκεις σήμερα. Βοηθούσε εμένα, φρόντιζε τα παιδιά… Και εξαιτίας μας δεν μπορούσε να πηγαίνει ούτε στην εκκλησία. Είχε την εικόνα της Παναγίας φυλαγμένη στην αποθήκη και εκεί προσευχόταν κάθε μέρα…
Μετά από δύο ώρες ο π . Αρσένιος άνοιξε την πόρτα και μας κάλεσε μέσα. Η Μαρία Κάρποβνα είχε εξομολογηθεί. Και η εξομολόγηση σαν να της είχε δώσει ζωή. Ζήτησε να την ανασηκώσουν.
— Μπάτουσκα, είπε σιγανά στον π. Αρσένιο, τον Παυλάκη μου και τη Ζίνα μου μην τους αφήσετε, σας παρακαλώ στο όνο μα του Κυρίου και Θεού μας. Μείνετε κοντά τους, βοηθήστε τους. Είναι και οι, δύο καλές ψυχές. Αν και υπηρετεί στην αστυνομία ο Παύλος, δεν έχει κακία μέσα του. Πολλούς βοηθά, όπως μπορεί. Είναι πονετικός…
Ύστερα στράφηκε στη Ναντιέζντα.
— Καλή μου Νάντια, μείνε κοντά μου, να μου διαβάσεις το Ψαλτήρι. Κάνε μου τη χάρη, μια και σήμερα θα με πάρει ο Κύριος!
Η Ναντιέζντα κοίταξε τον π. Αρσένιο σαν χαμένη. Δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει. Ποτέ πριν δεν είχε βρεθεί σε παρόμοια περίσταση.
— Μείνετε, της είπε ο γέροντας. Έχω φέρει το Ψαλτήρι. Έτσι, αν και φοβόταν, έμεινε.


Η Ζίνα συνόδεψε τον π. Αρσένιο ως την αυλόπορτα. Ο Παύλος άναψε ένα κερί και η Ναντιέζντα άρχισε να διαβάζει. Σλαβονικά ήξερε, και το Ψαλτήρι το μελετούσε συστηματικά, με υπόδειξη του π. Αρσενίου. Ωστόσο τώρα, από την ταραχή της, μπερδευόταν, κόμπιαζε, σταματούσε… Πέρασε κάμποση ώρα ώσπου να βρει την αυτοκυριαρχία της. Η ετοιμοθάνατη ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, με τα μάτια ανοιχτά και το βλέμμα γαλήνιο. Πότε-πότε σήκωνε με πολύ κόπο το δεξί της χέρι κι έκανε το σταυρό της. Ο Παύλος στεκόταν παράμερα, με το κεφάλι σκυφτό και τα χέρια σταυρωμένα. Προσευχόταν άραγε;… Δίπλα του στάθηκε η Ζίνα, που ήρθε αφού τακτοποίησε τα παιδιά.


Η νύχτα κυλούσε αργά. Πέρασαν τα μεσάνυχτα και η Ναντιέζντα συνέχιζε την ανάγνωση. Είχε κουραστεί, έπινε νερό κάθε τόσο, αλλά διάβαζε, όλο διάβαζε. Σε μια στιγμή σήκωσε το βλέμμα από το Ψαλτήρι και είδε τη Μαρία να της κάνει νόημα. Κάτι ήθελε να της πει. Πλησίασε.
— Περίμενε λίγο, καλή μου, ν’ αποχαιρετήσω τον Παύλο και τη Ζίνα. Μετά έλα κι εσύ..


Είχε φτάσει η ώρα του μεγάλου αποχαιρετισμού. Στιγμές συγκλονιστικές. Η Μαρία ήταν ήρεμη. Μήτε σκιά φόβου δεν διακρινόταν στην έκφραση του προσώπου της. Ο Παύλος και η Ζίνα σίμωσαν στο κρεβάτι, έπιασαν τα χέρια της Μαρίας και άρχισαν να τα καταφιλούν.
Στα βουρκωμένα μάτια τους έβλεπες τη βαθιά αγάπη, την αναμφισβήτητη θλίψη για τον αποχωρισμό αλλά και μιαν αισιόδοξη πίστη, την πίστη πως ο δεσμός και η επικοινωνία τους με τη μητέρα δεν θα σταματούσε με τον σωματικό της θάνατο.
Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν με τρυφερότητα, γελώντας και κλαίγοντας μαζί. Πλησίασε και η Ναντιέζντα. Όταν έσκυβε ν’ ασπασθεί τη Μαρία, εκείνη της ψιθύρισε στ’ αυτί:
— Μην τους αφήσεις, καλή μου. Στήριξέ τους… Προσευχήσου τώρα για μένα. Σε χαιρετώ!
Συγκινημένη γύρισε στη θέση της και συνέχισε να διαβάζει το Ψαλτήρι. Γύρω στις έξι το πρωί, χωρίς να το αντιληφθούν οι άλλοι, η Μαρία κοιμήθηκε ειρηνικά. Η Ναντιέζντα έφυγε για το σπίτι της. Το ίδιο βράδυ ήρθε ο π. Αρσένιος και διάβασε τη νεκρώσιμη ακολουθία. Από τότε η Ζίνα άρχισε να έρχεται αρκετά συχνά, ιδιαίτερα μάλιστα τις σκοτεινές νύχτες, στις ακολουθίες που τελούσε ο π. Αρσένιος και να προσεύχεται μαζί με τους άλλους αδελφούς. Ο Παύλος ερχόταν είτε την ημέρα, τάχα για επιθεώρηση, είτε αργά το βράδυ, έχοντας πάντα προειδοποιήσει. Σύντομα εξομολογήθηκαν και οι δύο. Συνειδητά πιστοί τώρα, άρχισαν να ζουν σύμφωνα με το νόμο του Θεού.


Ο Παύλος δεν ήθελε να υπηρετεί πια στην αστυνομία. Το 1964 γράφτηκε στη Νομική Σχολή. Τελείωσε το 1969 και έφυγε από το Ροστώφ-Βελίκι. Σήμερα είναι δικαστικός σε άλλη πόλη. Όσο ζούσε ο π . Αρσένιος, ερχόταν από καιρό σε καιρό για να τον δει και να εξομολογηθεί. Μετά την κοίμηση εκείνου, συνδέθηκε πνευματικά με τον π. Β., που ζει στον τόπο της νέας διαμονής του. Ο γέροντας τού τον υπέδειξε λίγο πριν φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο.


Ο π. Αρσένιος, μιλώντας κάποτε στη Ναντιέζντα για τη δύναμη της πίστεως, της είχε πει:


— Κάθε άνθρωπος έχει, θα λέγαμε, διαφορετική δύναμη πίστεως. Γιατί η πίστη δίνεται από τον Κύριο ανάλογα με την προαίρεση, τις εσωτερικές δυνάμεις, τον πνευματικό αγώνα αλλά και τις ευκαιρίες που είχε ο καθένας μας στη ζωή του. Έτσι, λ.χ., σ’ έναν ιερέα, σ’ ένα μοναχό, σ’ ένα θεολόγο, σ’ έναν άνθρωπο,
τέλος πάντων, που μπόρεσε και να μελετήσει τα ιερά βιβλία και να διδαχθεί από φωτισμένους γεροντάδες η δασκάλους, δόθηκαν πολλά. Γι’ αυτό και θα του ζητηθούν πολλά από το Θεό. Θα του ζητηθεί θερμή πίστη, θα του ζητηθούν και οι ανάλογοι καρποί της πίστεως. Ενώ σε άλλους… Να, πάρτε για παράδειγμα τον Παύλο και τη Ζίνα. Σ’ αυτούς τι δόθηκε; Σχεδόν τίποτα. Στην ψυχή τους όμως υπήρχε μια θεϊκή σπίθα. Και αυτή τη σπίθα τη διατήρησε η Μαρία Κάρποβνα, ώσπου οι περιστάσεις επέτρεψαν να φουντώσει, να γίνει φωτιά μεγάλη και άσβεστη. Μα και τον καιρό που ζούσαν μέσα στην άγνοια, μέσα στο σκοτάδι της απιστίας, πόσα καλά κάνανε! Πόσους ανθρώπους βοήθησαν, όπως μάθαμε αργότερα! Γιατί; Γιατί είναι ψυχές άδολες. Γιατί έχουν καρδιές καθαρές, προαίρεση αγαθή. Και δεν είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που συναντώ τέτοιους ανθρώπους…




π. Αρσένιος
μαρτυρίες
Διασκευή από τα ρωσικά
ΕΚΔΟΣΗ ΕΒΔΟΜΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2002