2 6

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Στῦλος γέγονας Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων τὴν Ἐκκλησίαν, ἱεράρχα Ἀθανάσιε, τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατήσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ

Ως θείος Αρχάγγελος, των νοερών στρατιών, Τριάδος την έλλαμψιν, καθυποδέχη λαμπρώς, Γαβριήλ Αρχιστράτηγε· όθεν εκ πάσης βλάβης, και παντοίας ανάγκης, σώζε απαρατρώτους, τους πιστώς σε τιμώντας, και πόθω ανευφημούντας, τα σα θαυμάσια

Εσύ, το ξέρεις;


… Ἔκανε βιαστικά τό σταυρό του καί κατέβηκε γοργά τά σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ. Τώρα πού εἶχε πλέον τελειώσει ὁ Ἑσπερινός, βιαζόταν νά γυρίσει σπίτι γιά τίς τελευταῖες ἑτοιμασίες τῆς αὐριανῆς ἡμέρας.
Ξαφνικά, τό ἱκετευτικά ἁπλωμένο χέρι μπροστά του, διέκοψε τό βηματισμό του. Σήκωσε τά μάτια καί κάρφωσε ἕνα γεμάτο περιφρόνηση βλέμμα στό μελαψό γέρο-ζητιάνο.
«Φύγε!», ἔνευσε μέ τό χέρι καί ἡ ψυχή του εἶχε φουρτουνιάσει. «Ἀκόμα καί τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων ἔρχεται νά ἐπωφεληθεῖ ἀπό τούς πιστούς… Τέτοια μέρα! Δέν ἔχει ἴχνος ντροπῆς;!».
Δέν ἀσχολήθηκε ἄλλο μέ τόν ζητιάνο ― ἄλλωστε ἐκεῖνος, σέρνοντας τά πληγιασμένα ἀπό τίς ἀρρώστιες πόδια του, εἶχε καθίσει πάλι στά σκαλοπάτια, μέ τήν ἀπογοήτευση καί τό παράπονο χαραγμένα στό πρόσωπό του.
Συνέχισε φουριόζος. Τό σπίτι του ἀπεῖχε ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας, μέ γερό βάδισμα, ἀπό τό ναό κι αὐτός εἶχε σκοπό νά μήν καθυστερήσει οὔτε δευτερόλεπτο.
Εἶχε δῶρα νά τυλίξει, φυλλάδια τραγουδιῶν νά ἑτοιμάσει, εὐχές καί ἀφιερώσεις νά σκεφτεῖ. Κοντοστάθηκε μόνο γιά δέκατα τοῦ δευτερολέπτου ἔξω ἀπό τό φωτισμένο ἐμπορικό κέντρο κι ὕστερα συνέχισε. «Χριστούγεννα δέ σημαίνει πολύχρωμα λαμπάκια καί φουσκωτοί Ἁγιοβασίληδες, κύριοι! Οὔτε ρεβεγιόν καί στολισμένα δέντρα!», ἀναδεύτηκε στά χείλη του ἡ διαμαρτυρία καί πισωγύρισε πάλι ἡ ἐπανάσταση τοῦ ἐσωτερικοῦ του. «Ἐκμεταλλεύονται τήν πίστη μας καί ἐμπορευματοποιοῦν τά ἱερά μας… Ἄνθρωποι χωρίς Θεό! Ἄχ, καί νά ᾽ξεραν τί σημαίνει πραγματικά γιά μᾶς αὐτή ἡ μέρα καί πόσο ἐπηρεάζει τή ζωή μας!»…

― Ἐσύ, τό ξέρεις;
Τινάχτηκε ἀκούγοντας τή φωνή της. Δέν εἶχε συνηθίσει νά δέχεται ἀντιρρήσεις ἀπό τή συνείδησή του. Χρόνια τώρα εἶχε καταφέρει, ἀποκοιμίζοντάς την, νά συμφωνοῦν σέ ὅλα. Προτίμησε νά μή δώσει σημασία, καί δέν ἀπάντησε στήν πρόκληση.
… Ξεκλείδωσε τήν πόρτα, ἄφησε τό παλτό του σέ μιά καρέκλα δίπλα στό στολισμένο παραδοσιακό καράβι καί προχώρησε στό δωμάτιό του. Ἔσβησε, παρά τίς διαμαρτυρίες τοῦ μικροῦ, τήν τηλεόραση: «Εἶναι Χριστούγεννα αὔριο. Ξέρεις τί σημαίνει αὐτό;».
― Ἐσύ, τό ξέρεις; ἀντιμίλησε ὁ ἔφηβος καί μουτρωμένος ξαπλώθηκε στόν καναπέ.
…Ἦταν γραφτό νά τόν τριγυρίζει αὐτή ἡ σκέψη γιά ὥρα καί νά τόν ταλαιπωρεῖ. Ἄρχισε νά ἐκνευρίζεται.
«Καί βέβαια ξέρω», ἀποκρίθηκε ἀδίστακτα στήν ἑπόμενη πρόκληση τῆς συνείδησης. «Ἄλλωστε, μπορῶ νά στό ἀποδείξω: ὅλοι οἱ φίλοι μου ἀπό τή σχολή θά ξεφαντώσουν σήμερα τό βράδυ στή ρεβεγιόν-πρόβα τῆς πρωτοχρονιᾶς. Ἐνῶ ἐγώ; Πῆγα στόν Ἑσπερινό καί, αὔριο χαράματα, ὁ ἥλιος θά μέ βρεῖ στήν Ἐκκλησία πάλι. Καί μετά, στό νοσοκομεῖο, νά πῶ τά κάλαντα σέ ὅσους, κλινήρεις τέτοια μέρα, θά προσμένουν θλιμμένοι νά ἀκούσουν ἀπό κάποιον μιά εὐχή. Τί ἄλλο θές;».
Διέκοψε προσωρινά τό διάλογο, ρίχνοντας μία ματιά στή μάνα του πού, συγχυσμένη ἀκόμα ἀπό τή λογομαχία τους πρίν ἀπό λίγο – ξέχασε νά πλύνει τό καλύτερό του πουκάμισο! – περνοῦσε ἔξω ἀπό τό δωμάτιο, μεταφέροντας τά κυριακάτικα ροῦχα τοῦ μικροῦ γιά νά τά σιδερώσει. «Τί ἄλλο θές;», ἐπανέλαβε καί δέν περίμενε ἀπάντηση.
― Νομίζεις ὅτι αὐτό εἶναι τά Χριστούγεννα; Αὐτή εἶναι ἡ ἐπίδραση πού ἔχει ἡ αὐριανή μέρα στή ζωή σου; Ἡ ἄπειρη συγκατάβαση, ἡ ἀπόλυτη ταπείνωση, μόνο αὐτό σοῦ διδάσκει τόσα χρόνια τώρα;
Δέν ἀπάντησε. Τήν ἄφησε νά μιλᾶ, ἀπορώντας γιά τή συνέχεια.
― Ἔχεις βολευτεῖ, αὐτό βλέπω ἐγώ. Λοιπόν, νά κάνω μία πρόβλεψη. Στατιστικά στηριζόμενη στίς προηγούμενες χρονιές, ὑποστηρίζω ὅτι ἡ αὐριανή μέρα δέ θά φέρει ΚΑΜΙΑ διαφορά σέ σένα. Θά ἐξακολουθήσεις νά ζεῖς ὅπως πρίν: στά χείλη καί στ’ αὐτιά σου, τά τραγούδια τῶν U2 θά σεργιανίζουν κι ὄχι τοῦ Ρωμανοῦ οἱ ὕμνοι· στή σκέψη σου τά Σάββατα δέ θά ᾽ναι ἡ θεία Εὐχαριστία, ἀλλά τό «μετά» ἀπό αὐτήν· στῆς προσευχῆς τίς ὧρες τό μυαλό σου εἴτε στό χθεσινοβραδινό ἐπεισόδιο τοῦ σίριαλ, εἴτε στό πέναλτυ τῆς προηγούμενης ἀγωνιστικῆς θά τρέχει· ἡ κρίση κι ἡ κατάκριση πάντοτε θά ᾽χουν στή γλώσσα σου τήν πρώτη θέση κι ὄχι ὁ καλός λόγος· ἡ Ἁγία Γραφή θά μένει στήν ἄκρη, γιατί «ἔχω πολλά γιά τή σχολή»· κι ὁ Χριστός; Ὁ Χριστός… πού τοῦ ὑπόσχεσαι καθημερινά τό τιμόνι τῆς ζωῆς σου, θά ἐξακοντιστεῖ στή γαλαρία, ἄν τόν ἀφήσεις βέβαια νά εἰσέλθει στό ὄχημα τῆς ψυχῆς σου. Γιατί… ἀγάπησες μᾶλλον περισσότερο αὐτόν τόν αἰώνα, ὅπως ὁ Δημᾶς. Γιατί… ὁ πνευματικός ἀγώνας εἶναι κουραστικός, ὁπότε καλύτερα νά τόν ἀποφεύγουμε. Καί θά ἐξακολουθεῖς νά κρίνεις, μέ ὑπεροπτικές καί ἐπιπόλαιες κρίσεις, ὅσους δέν δέχονται τόν Ἐρχόμενο ἤ τόν ἐκμεταλλεύονται. Καί θά βγάζεις πύρινους λόγους περί… «ἀγάπης στόν Κύριο καί τόν ἄνθρωπο», ἐνῶ ἡ καρδιά σου θά ᾽ναι παγωμένη καί γιά τούς δυό. Κι οἱ σχέσεις σου μέ τούς ἄλλους θά ᾽ναι αὐτές τοῦ τελευταίου ἡμιώρου… Μήπως ἡ αὐριανή ἡμέρα θά πρέπει νά σημάνει τή μετάνοια; Εἶδες; Αὐτή ἡ λέξη ἡ ξεχασμένη ὑπάρχει ἀκόμα. Μήπως δέ χωρᾶ ἄλλη ἀναβολή ἡ ἀπόφασή σου γιά ὁλοκληρωτική παράδοση σ’ Ἐκεῖνον, πού ξέρει πῶς νά σέ κατευθύνει; Γιατί, τελικά, ἐσύ σάν ὁδηγός δέν τά πολυκατάφερες μέχρι τώρα. Ξέρεις τόν κώδικα, μόνο γιά νά τόν θυμίζεις στούς ἄλλους ὅμως. Ἐφαρμόζεις, ὅσο μπορεῖς κι ὅταν θέλεις, μόνο τό γράμμα τοῦ νόμου, χωρίς τήν οὐσία.
Ἄφωνος ἔμενε τόση ὥρα μπροστά στήν πραξικοπηματική καταδικαστική κίνηση τῆς ψυχῆς του. Κι αὐτή συνέχισε:
― Μήν τά χάνεις. Αὐτός πού αὔριο γεννᾶται, γι’ αὐτό ἔρχεται στόν κόσμο. Γιά νά Τοῦ παραδοθεῖς. Αὐτό θά ᾽πρεπε νά τό ξέρεις. Τόλμησέ το. Ἄφησέ Τον νά γεννηθεῖ στήν καρδιά σου. Καί… νά μέ συγχωρεῖς γιά τήν παρέμβαση. Στόχος μου ἦταν νά σέ ξυπνήσω λίγο. Ἄν κι αὐτή τή φορά μέ ἀγνοήσεις, δέν ἔχω πρόβλημα νά ἀποσυρθῶ, ὅπως ἔκανα τόσα χρόνια. Ἡ ἀπόφαση δική σου. Ἡλικίαν ἔχεις…
Πετάχτηκε ἀπό τήν καρέκλα μέ ἕνα δάκρυ νά χαράζει τό δικό του δρόμο στό πρόσωπό του. «Κύριε, ἥμαρτον!», ψέλλισε. Μέ μιά ἀποφασιστική κίνηση βγῆκε ἀπό τό δωμάτιο κι ἔτρεξε στήν πόρτα.
― «Στήν Ἐκκλησία, ξέχασα κάτι», φώναξε στόν πατέρα του, πού τόν ρώτησε ποῦ πάει.
Θά ἔψαχνε νά βρεῖ τό ζητιάνο, γιά ἀρχή.
Γιατί… τώρα ἤξερε.
Ζήνων
Φοιτητής Μαθηματικῶν