2 6

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Στῦλος γέγονας Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν ὑποστηρίζων τὴν Ἐκκλησίαν, ἱεράρχα Ἀθανάσιε, τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατήσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ

Ως θείος Αρχάγγελος, των νοερών στρατιών, Τριάδος την έλλαμψιν, καθυποδέχη λαμπρώς, Γαβριήλ Αρχιστράτηγε· όθεν εκ πάσης βλάβης, και παντοίας ανάγκης, σώζε απαρατρώτους, τους πιστώς σε τιμώντας, και πόθω ανευφημούντας, τα σα θαυμάσια
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αμαρτήματα θανάσιμα και συγγνωστά


Αμαρτήματα θανάσιμα και συγγνωστά
Δημήτριος Παναγόπουλος


Πολλές φορές ακούμε να γίνεται λόγος, τόσο για θανάσιμα, όσο και για συγγνωστά αμαρτήματα, και είναι αλήθεια ότι λίγοι από εμάς γνωρίζουμε να κάνουμε την διάκριση αυτή.

Επειδή, λοιπόν, η διάκριση της αμαρτίας είναι απαραίτητη για κάθε άνθρωπο, θα αναφέρουμε λίγα πράγματα για τα δύο αυτά αμαρτήματα, θανάσιμα και συγγνωστά, για να γνωρίζουμε πού βαδίζουμε. Διότι πολλοί από εμάς υποπίπτουμε σε θανάσιμα αμαρτήματα και λέμε, α, δεν είναι τίποτε αυτό! Και το αντίθετο, υποπίπτουμε σε συγγνωστά και νομίζουμε ότι έχουμε αμαρτήσει θανάσιμα και απελπιζόμαστε.



α) Για τα θανάσιμα.

Τα θανάσιμα αμαρτήματα, κατά τον Γεννάδιο Σχολάριο, τον Κορέσσιο και των Ιεροσολύμων Χρύσανθο, όπως αναφέρει ο άγιος Νικόδημος, είναι τα προαιρετικά εκείνα αμαρτήματα που προσβάλλουν την μεταξύ ημών και Θεού αγάπη, ή την αγάπη μεταξύ ημών, Θεού και πλησίον, και καθιστούν τους αμαρτάνοντες ενόχους αιωνίου Κολάσεως. Και η μεταξύ ημών και Θεού αγάπη προσβάλλεται, όταν π.χ. θα βλασφημήσουμε Αυτόν, ενώ η μεταξύ ημών, Θεού και πλησίον αγάπη προσβάλλεται, όταν π.χ. θα φονεύσουμε κάποιον.

Τα αμαρτήματα λοιπόν αυτά που λέγονται θανάσιμα είναι τα εξής: 1) η Υπερηφάνεια, 2) η Φιλαργυρία, 3) η Πορνεία, 4) ο Φθόνος, 5) η Γαστριμαργία, 6) ο Θυμός και 7) η Ακηδία (ή Αμέλεια). Από αυτά τα επτά βασικά αμαρτήματα πηγάζουν όλα τ’ άλλα. Το τι δε ακριβώς γεννά το καθένα από αυτά μάς το σημειώνει ο Γαβριήλ Φιλαδελφείας στην Ορθόδοξη Ομολογία του, όπως και ο Νικόλαος Βούλγαρης, που γράφουν τα εξής:

1) Από την Υπερηφάνεια πηγάζουν: κενοδοξία, καύχηση, οίηση, φιλοδοξία, ανυποταξία, καταγέλαση, υπόκριση, πείσμα κ.α.

2) Από τη Φιλαργυρία πηγάζουν: πλεονεξία, ανελεημοσύνη, σκληρότητα της καρδιάς, κλοπή, αρπαγή, ψεύδος, αδικία, δολιότητα, επιορκία, σιμωνία, ιεροσυλία, απιστία, ανειλικρίνεια κ.α.

3) Από την Πορνεία πηγάζουν: μοιχεία, αρσενοκοιτία, κτηνοβασία, αιμομιξία, παιδοφθορία, παρθενοφθορία, συγκυλισμός, αυνανισμός, τύφλωση του νου, αθεοφοβία κ.α.

4) Από τον Φθόνο πηγάζουν: επιβουλή, έχθρα, χαιρεκακία, φιλονεικία, καταλαλιά, απάτη, προδοσία, φόνος, αχαριστία, λύπη για τα καλά του φθονουμένου.

5) Από τη Γαστριμαργία πηγάζουν: λαιμαργία, μέθη, ασωτία, καρηβαρία (πονοκέφαλος), λαγνεία, ακηδία κ.α.

6) Από τον Θυμό πηγάζουν: βλασφημία, μίσος, μνησικακία, φιλονεικία, επιορκία, κατάρα, ύβρη, μάχη, διαπληκτισμός, φόνος κ.α.

7) Από την Ακηδία πηγάζουν: μικροψυχία, λύπη και αγανάκτηση για το καλό που κάνουμε, προφάσεις εν αμαρτίαις, απόγνωση, απιστία και νωθρότητα προς κάθε καλό έργο που ήταν δυνατό να πράξουμε.

Ας σημειωθεί ότι τα επτά αυτά βασικά θανάσιμα αμαρτήματα είναι ως πάθη και έξεις ριζωμένα στην ψυχή, από τα οποία βλαστάνουν όλα τα ανωτέρω. Και ακόμη, ότι άλλα από αυτά είναι μεγαλύτερα και άλλα μικρότερα και άλλα είναι αίτια των άλλων και άλλα αιτιατά. Π.χ. η λαγνεία (η ασέλγεια δηλαδή) και η ακηδία (η αμέλεια ή αδιαφορία) γεννιούνται από την γαστριμαργία. Ο φθόνος, ο θυμός και η φιλαργυρία γεννούν τον φόνο και τη φιλονεικία κ.ο.κ.

Ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας λέει, ότι η ρίζα όλων των αμαρτημάτων, θανασίμων και μη, είναι η φιλαυτία. Αυτή η αμαρτία είναι η αιτία όλων των άλλων κακών. Το αναφέρει δε αυτό, ερμηνεύοντας το του αποστόλου Παύλου, εκεί που λέει: «Έσονται οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι» κτλ. (Β’ Τιμ. 3:2-7), διότι και ο απόστολος προέταξε αυτήν την αμαρτία από τις λοιπές.



β) Για τα συγγνωστά.

Συγγνωστά αμαρτήματα λέγονται τα αμαρτήματα εκείνα, τα οποία δεν προσβάλλουν την προς τον Θεό ή τον πλησίον αγάπη, ούτε καθιστούν τον άνθρωπο εχθρό του Θεού και ένοχο αιωνίου Κολάσεως, στα οποία είναι υποκείμενοι και αυτοί οι Άγιοι κατά το ρητό του Ιακώβου που λέει: «Πολλά γαρ πταίομεν άπαντες» (Ιακ. 3:2), το του Ιωάννου: «Εάν είπωμεν αμαρτίαν ουκ έχομεν εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ έστιν εν ημίν» (Α’ Ιω. 1:8), το του Δαβίδ: «Μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων» (Ψαλ. 142:2), το του Σολομώντος: «Ουκ έστιν άνθρωπος, ος ουχ ήμαρτε» (Γ’ Βασ. 8:46), το του Δανιήλ: «Ημάρτομεν, ηνομήσαμεν» (Δαν. 9:5) και το «Ηυχόμην και εξωμολογούμην τας αμαρτίας μου και τας αμαρτίας του λαού μου Κυρίω τω Θεώ μου» του ίδιου (Δαν. 9:20).

Έτσι αναφέρει και η εν Καρθαγένη Σύνοδος στους κανόνες της 125, 126 και 127. Τα συγγνωστά λοιπόν αμαρτήματα είναι π.χ. η πρώτη κίνηση προς άνομη επιθυμία, η πρώτη κίνηση του μίσους, το παιγνιώδες (αν είναι δυνατόν να λεχθεί) ψεύδος, ο κατά πάροδον φθόνος, δηλαδή η λεγόμενη ζήλεια, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικρή λύπη για κάτι καλό που έχει επάνω του ή γύρω του ο άλλος.

Και λέμε, ότι σε αυτά υποπίπτουμε άπαντες και δεν υπάρχει άνθρωπος στη γη που έμεινε άτρωτος από αυτά.

Και είναι αλήθεια τόσο λυπηρό, άνθρωποι αγωνιζόμενοι εν Κυρίω να πέφτουν πολλές φορές σε αμαρτήματα θανάσιμα, που αυτοί τα βλέπουν ίσως για συγγνωστά. Αλλά ο Κύριος που είναι τόσο καλός όλα τα ενεργεί για την σωτηρία μας και την αφύπνισή μας.

Ως επί το πλείστον δε, την παθαίνουν οι άνθρωποι που έχουν πολλές αρετές. Εκεί ο Σατανάς βρίσκει ευκαιρία να τους βαστά από κάπου, από τη στιγμή που έχουν τόσα άλλα.

* * *

Είναι πράγματι δυσκολοδιάκριτη η διαφορά που υπάρχει μεταξύ θανάσιμου και συγγνωστού αμαρτήματος. Γι’ αυτό θα παραθέσουμε, με τη θεία χάρη, γνώμες διαφόρων αγίων προσώπων που μιλούν για τη διάκριση αυτή. Ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης π.χ. λέει, ότι «Προς θάνατον αμαρτία είναι η αμαρτία που γίνεται εν γνώσει, μη προς θάνατον δε, αυτή που γίνεται εν αγνοία. Αλλά και η κατά του Θεού βλασφημία και η εν γνώσει μεγάλη αμαρτία (δηλαδή φόνος, μοιχεία κ.τ.τ.) είναι προς θάνατον» (Ερωτ. νδ’).

Επίσης ο Ε’ κανόνας της Ζ’ Οικ. Συνόδου, όπως και ο Οικουμένιος, προς θάνατον αμαρτία λένε την αμετανόητη και αδιόρθωτη. Ο Γεώργιος Κορέσσιος, ο οποίος φαίνεται ότι μιλάει ακριβέστερα, λέει ότι «τα θανάσιμα διαφέρουν από τα συγγνωστά καθώς διαφέρει ένα θανάσιμο έργο από έναν αργό λόγο ή έναν μάταιο λογισμό. Καθότι με τρεις όψεις παρουσιάζεται η αμαρτία, ή ως πονηρό έργο ή ως πονηρός λόγος ή ως πονηρό νόημα. Και όλα τα πονηρά έργα είναι βέβαια ενός γένους, διαφέρουν όμως μεταξύ τους κατά το είδος· ομοίως και όλα τα πονηρά λόγια και νοήματα διαφέρουν κατά την ατέλεια της πράξεως και ενεργείας, όπως διαφέρει η πρώτη κίνηση του θυμού και του μίσους από τον πραγματικό θυμό και τη μνησικακία. Επίσης η επιορκία, αν και είναι θανάσιμη, διαφέρει του αργού λόγου».

Ο Γεννάδιος ο Σχολάριος ταξινομεί τα θανάσιμα και συγγνωστά αμαρτήματα σε γενικότερους κανόνες. Δηλαδή στον νου αποδίδει τους κακούς λογισμούς, στη γλώσσα τους κακούς λόγους και στο σώμα τα κακά έργα. Και προσθέτει ότι γίνεται θανάσιμη η αμαρτία που ανήκει στον νου, όταν πραγματοποιηθεί, όπως η υπερηφάνεια, η μνησικακία, η αίρεση κ.α., και όχι όταν απλώς περάσει από τον νου ο εγωϊσμός, το μίσος, η απιστία. Γι’ αυτά αναφέρει και ο Νηστευτής στον β’, γ’ και δ’ κανόνα του.

Ομοίως γίνεται θανάσιμη η αμαρτία που ανήκει στη γλώσσα, όταν πραγματοποιηθεί, όπως είναι η βλασφημία, η επιορκία, η ψευδομαρτυρία.

Κατά τον ίδιο τρόπο, κάθε αμαρτία που ανήκει στο σώμα γίνεται θανάσιμη όταν πραγματοποιηθεί, όπως είναι η πορνεία, η μοιχεία, ο φόνος, η έκτρωση κ.τ.τ.

Συγγνωστά παραμένουν τα θανάσιμα αμαρτήματα που ανήκουν στο σώμα αλλ’ όταν έλθουν μόνο στον νου και παραμείνουν μόνο εκεί και φύγουν από εκεί. Διότι όταν αυτή την απλή επιθυμία της πορνείας, ας πούμε, δεν προσέξουμε και τη δεχθούμε και την πράξουμε, τότε αυτή η απλή επιθυμία γεννά θάνατο, όπως λέει ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «Η επιθυμία συλλαβούσα τίκτει αμαρτίαν (συγγνωστή δηλαδή), η δε αμαρτία αποτελεσθείσα (μέσω του σώματος) αποκύει θάνατον» (Ιακ. 1:15).

Ομοίως και η θανάσιμη αμαρτία που ανήκει στον λόγο, αν μείνει μόνο στον νου, είναι συγγνωστή. Παραδείγματος χάριν, η βλασφημία που πραγματοποιήθηκε είναι θανάσιμο αμάρτημα, αλλ’ όταν δεν πραγματοποιηθεί και μόνο περάσει από τον νου ή παραμένει και κάπως σ’ αυτόν ακουσίως, είναι συγγνωστή. Με λίγα λόγια, συγγνωστά είναι και αυτά τα θανάσιμα αμαρτήματα, αν δεν πραγματοποιηθούν.





Από το περιοδικό «ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ» Αθηνών, φύλλο 197 του 1959 (απόσπασμα).

Ιστορίες από το Εξομολογητάρι και όχι μόνο (5)


Ιστορίες από το Εξομολογητάρι και όχι μόνο (5)




π. Γεωργίου Δορμπαράκη

Η… «βρωμερή» γερόντισσα

Ένιωσε την ανάγκη να προσπέσει και να φιλήσει όχι τα πόδια, αλλά τα παπούτσια της γερόντισσας που καθόταν απέναντί του στο εξομολογητάρι. Συγκρατήθηκε όμως. Όχι γιατί είχε ο ίδιος κανένα πρόβλημα – θεώρησε ότι μία τέτοια κίνηση θα εξύψωνε τον ίδιο -, αλλά γιατί η γερασμένη γυναίκα θα στενοχωριόταν και θα αντιδρούσε.

«Κύριε, τι ψυχές έχεις στον κόσμο τούτο τον απατεώνα; Τι διαμάντι είναι αυτή η γυναίκα; Πώς μπορεί και κρύβεται τέτοια αγιότητα μέσα σ’ ένα τέτοιο ραγισμένο και ετοιμόρροπο σώμα, κυρτωμένο από τα χρόνια, χαμένο μάλιστα μέσα σ’ ένα δρομάκι μίας μικρής συνοικίας;»

Η γερόντισσα ίσα που είχε μπορέσει να σύρει τα πόδια της στον ναό, υποβασταζόμενη μάλιστα από μία μεσήλικη γνωστή της κυρία.

«Πάτερ», είπε η κυρία φέρνοντάς την, «επέμενε πάρα πολύ η γιαγιά για να έλθει. Δεν έχει κανέναν στον κόσμο, μάλλον έχει συγγενείς, αλλά μένουν λίγο μακριά, οπότε μένει μόνη. Έτσι την εξυπηρετώ λιγάκι εγώ, όταν μπορέσω. Καιρό με πιλάτευε να την φέρω, γιατί νιώθει, λέει, πολύ αμαρτωλή που ‘χει τόσο καιρό να πάρει ευχή από τον παπά, και φοβάται μήπως φύγει ξαφνικά από τη ζωή και βρεθεί στην κόλαση».

Η γερόντισσα είχε καθίσει με το ζόρι στη θέση που της υπέδειξε ο ιερέας. Βαριανάσαινε μάλιστα. Όταν άνοιξε το στόμα της «να μολογήσει τα κρίματά της», όπως χαρακτηριστικά είπε, ένας πόνος και μία οδύνη φάνηκαν να βαθαίνουν τις ρυτίδες του προσώπου της. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα βαθουλωμένα μάτια της.

«Πάτερ», είπε, και φάνηκε να γέρνει περισσότερο το ήδη κυρτωμένο σώμα της. «Πάτερ, είμαι πολύ αμαρτωλή. Βρωμίζω και τον αέρα που αναπνέω. Απορώ πώς με κρατάει ακόμη ο Θεός που μολύνω έτσι τη γη που κατασκεύασε. Πρέπει να ντρέπονται για μένα οι άγιοι και οι άγγελοι, και μάλλον πρέπει να γελά μαζί μου ακόμη κι αυτός ο τρισκατάρατος, ο εξαποδώ…».

Ο παπάς δεν μίλησε. Κάτι άρχισε να υποψιάζεται για το πνευματικό ύψος της γιαγιάς, γιατί τα λόγια της του θύμισαν αυτά που λέγανε για τον εαυτό τους πάντοτε οι άγιοι της Εκκλησίας, τα ίδια σχεδόν που είχε ακούσει από το στόμα του οσίου γέροντα Ιακώβου Τσαλίκη, παρόμοια που υμνολογούν οι λατρευτικές ακολουθίες, ιδίως στον υπέρ μέλι σταλαγμό του βιβλίου της Παρακλητικής. Στ’ αυτιά και στο στόμα του συχνά ερχόταν το κατανυκτικό τροπάριο από τον βαρύ ήχο, που ήταν σαν να το έψελνε η γερόντισσα με τον δικό της τρόπο: «Γέγονα των δαιμόνων μεν γέλως, των ανθρώπων δε όνειδος, των Δικαίων θρήνος, των Αγγέλων πένθος, μολυσμός αέρος, και γης και υδάτων· σώμα γάρ εμίανα, ψυχήν και νουν εσπίλωσα, παραλόγοις πράξεσι, Θεώ εχθρός πέφυκα· οίμοι Κύριε, ήμαρτόν σοι, ήμαρτον συγχώρησον».

«Τι σε βαραίνει, γιαγιά;» είπε ο παπάς, που καταλάβαινε πια ότι είχε χωθεί σ’ έναν μυστικό ανελκυστήρα – την καρδιά της πιστής αυτής γυναίκας – κι ανέβαινε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ίσα στα κράσπεδα της Τριαδικής Θεότητας.

«Πάτερ μου, είμαι καταδικασμένη, γιατί δεν αγαπώ όπως πρέπει τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου. Έχω πάντοτε στον νου και στην καρδιά μου αυτό που από μικρή με έμαθε ο άγιος παπάς του χωριού μου, τον λόγο του Κυρίου «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου με όλη την ψυχή και την καρδιά σου και τον πλησίον σαν τον εαυτό σου». Πάτερ μου, βλέπω πόσο λειψή είμαι στην αγάπη αυτήν. Οι λογισμοί μου πολλές φορές βρίσκονται σε άλλα πράγματα παρά στην αγάπη του Θεού. Με παρασύρει το στομάχι μου, γιατί πρέπει κάτι να τσιμπήσω για να στέκομαι, όταν κρυώνω φοβάμαι μη και πουντιάσω, οπότε θα γίνω βάρος στην καλή γυναίκα που με έφερε, τρέμω μη και πέσω και σύρω γύρω μου έτσι κι άλλους ανθρώπους… Κάνω βέβαια λίγα απ’ αυτά που λέει η Εκκλησία μας, αλλά στο σπίτι, όχι στον ναό. Διαβάζω, όσο μπορούν ακόμη τα μάτια του και καταλαβαίνει το μυαλό μου, λίγο μεσονυκτικό, τον όρθρο, τον εσπερινό και τον απόδειπνο. Λέω κάποιες παρακλήσεις στη γλυκιά Παναγιά μας κι έχω μάθει από μικρή και τους Χαιρετισμούς. Λέω και το «Κύριε ελέησον», πριν φυράνει το μυαλό μου. Μα, νιώθω πως δεν φτάνουν αυτά. Σας είπα και πριν πως με κλέβουν κάποιοι λογισμοί. Οπότε βρίσκομαι μακριά από την αγάπη του Θεού. Κι όσο σκέφτομαι τις ελλείψεις μου, όσο καταλαβαίνω πως είμαι σαν πτώμα από πλευράς πνευματικής, τόσο μου έρχονται και δάκρυα. Κλαίω, πατέρα μου, τον εαυτό μου, κλαίω, κλαίω χωρίς σταματημό…

Πώς λοιπόν να μην είμαι μία βρώμα πάνω στη γη; Χώμα και στάχτη, πάτερ μου. Γι’ αυτό θέλω να μου διαβάσεις μία ευχή, να κοινωνώ άξια, να μη χάσω το έλεος του Θεού, να μη βρεθώ στην κόλαση…».

Τα δάκρυα έτρεχαν βροχή από τα μάτια της γερόντισσας. Μα δεν τα καλόβλεπε κι ο παπάς, γιατί και τα δικά του δεν πήγαιναν πίσω. Ο παπάς άρχισε να νιώθει μία ψυχική ευφορία. Σαν να του μύρισε ευωδιαστό λιβάνι, μα δεν ήταν απ’ αυτό που είχε κάψει στην πρωϊνή λειτουργία.

«Γιαγιά», είπε τρεμουλιαστά, «γιαγιά, σε παρακαλώ να με μνημονεύεις στις προσευχές σου. Συνέχισε, γιαγιά, να κάνεις ό,τι κάνεις και το έλεος του Θεού δεν θα σ’ αφήσει».

Σηκώθηκε. Άρπαξε το ρυτιδιασμένο χέρι της γερόντισσας και το φίλησε πολλές φορές, μουσκεύοντάς το με τα δάκρυά του.

Στο τέλος, λύγισε. Γονάτισε μπροστά της και τότε είδε τη χάρη και το θαύμα που του ‘δωσε ο Χριστός. Όταν σήκωσε τα μάτια του, η γερόντισσα ήταν μέσα σ’ ένα εξαίσιο φως και δίπλα της να την αγκαλιάζει η ίδια η Κυρά η Παναγιά…

https://synodoiporia.gr

Ιστορίες από το Εξομολογητάρι και όχι μόνο (3)


Ιστορίες από το Εξομολογητάρι και όχι μόνο (3)



π. Γεωργίου Δορμπαράκη

Ο τριαντάχρονος περίπου νέος ήλθε κατευθείαν πάνω στον ιερέα.

«Πάτερ, θέλω να εξομολογηθώ. Μπορείτε;»

«Βεβαίως, παιδί μου. Ορίστε, πέρασε στο εξομολογητάρι».

Ο ιερέας φόρεσε το πετραχήλι και έκανε μία σύντομη ακολουθία, επικαλούμενος το έλεος του Κυρίου επί τον εξομολογούμενο. Κάθισαν.

«Τι σε απασχολεί, παιδί μου; Τι είναι εκείνο που βαραίνει την ψυχή σου, ώστε να θέλεις τόσο άμεσα εξομολόγηση; Πριν πεις όμως οτιδήποτε, θα μου επιτρέψεις να σου υπενθυμίσω ότι η εξομολόγηση γίνεται όχι στον ιερέα, αλλά στον ίδιο τον Κύριο. Σ’ Εκείνον απευθυνόμαστε, γιατί Εκείνος είναι ο αρχηγός της πίστης μας και ο Σωτήρας της ζωής μας. Έχει προηγηθεί βεβαίως η μετάνοια του πιστού για όποιες αμαρτίες έχει επισημάνει στον εαυτό του, έχει πάρει την απόφαση για αλλαγή του, και έρχεται στη συνέχεια στον ιερέα, προκειμένου να βοηθηθεί στη γνησιότητα της μετανοίας του και να πάρει την άφεση των αμαρτιών του. Η εξομολόγηση δηλαδή στον ιερέα είναι η κατάληξη θα λέγαμε της πρώτης και σημαντικότερης εξομολόγησης που γίνεται στον ίδιο τον Κύριο, μέσα στην καρδιά του πιστού. Με τον τρόπο αυτόν, ετοιμασμένος, δοκιμασμένος, όπως λέει ο απόστολος, ιδίως εκείνος που έχει καιρό να κοινωνήσει το σώμα και το αίμα του Κυρίου, μπορεί να προσέλθει στη Θεία Κοινωνία αυτήν, όπου κατεξοχήν εκεί το αίμα του Κυρίου μάς καθαρίζει από κάθε αμαρτία. Λοιπόν, τι θα ήθελες να εξομολογηθείς;»

Ο νέος δεν μίλησε αμέσως. Φαινόταν σαν να στοχαζόταν τα λόγια του πνευματικού. Αλλά η συνέχεια αποκάλυψε πως μάλλον δεν συνέβαινε αυτό.

«Πάτερ», είπε ξαφνικά και με ένα είδος οργής ο νεαρός άνδρας. «Θέλω τρία πράγματα να σου ζητήσω».

«Τι πράγματα;» είπε ο ιερέας ανασηκώνοντας λίγο το κεφάλι του και βλέποντας το πρόσωπο του νέου, που είχε ελαφρώς κοκκινίσει από μία παράξενη έξαψη.

«Πρώτον, θέλω να μου βρεις γυναίκα». Σταμάτησε για λίγο, για να συνεχίσει, κτυπώντας μάλιστα αυτήν τη φορά και το χέρι του πάνω στο μικρό τραπεζάκι με τον Εσταυρωμένο και το καντηλάκι που έκαιγε μπροστά Του. «Δεύτερον, θέλω να μου βρεις δουλειά. Και τρίτον, επειδή ασχολούμαι με το θέατρο, θέλω να μου βρεις μία θεατρική σκηνή για να μπορώ να παίζω εκεί».

Ο ιερέας δεν έσπευσε να απαντήσει. Ένιωσε μόνο ένα πικρό δάκρυ να παλεύει να βγει από το κέντρο της καρδιάς του.

Σηκώθηκε, έβγαλε το πετραχήλι του και ξανακάθισε.

Κοίταξε ίσια στα μάτια τον νεαρό άνδρα που απορημένος τον κοιτούσε, και του είπε ήρεμα:

«Ας συζητήσουμε λοιπόν τι μπορώ να κάνω εγώ σ’ αυτά που μου ζητάς…».

https://synodoiporia.gr

Παίρνουμε άφεση αμαρτιών μέσω της προσευχής;



Παίρνουμε άφεση αμαρτιών μέσω της προσευχής;



Κατά την ώρα της προσευχής δεν μπορεί ο αμαρτωλός να λάβει άφεση αμαρτιών απ’ ευθείας από το Θεό , αλλ’ είναι ανάγκη να εξομολογείται στον ιερέα τις αμαρτίες του;


Οτι ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να ζητεί από το Θεόάφεση αμαρτιών διά της προσευχής είναι αναντίρρητο. Αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο μιάς αληθινής προσευχής. Αυτό μας διέταξε και ο Κύριος, δίνοντάς μας το πρότυπο της αληθινής προσευχής· «Καί άφες ημίν τάοφειλήματα ημών». Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί νά αντικαταστήσει το ιερό μυστήριο της μετάνοιας, αλλά να γίνεται παράλληλα με αυτό.Αραγε να μη γνώριζε καλά τα πράγματα ο Κύριος όταν ίδρυε το μυστήριο και το παρέδιδε στους μαθητές του με τη μορφή της εξαγορεύσεως;

Η ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ

1

Πριν πολλά χρόνια και μετά την λήξη του εμφυλίου σπαραγμού και του αδελφοκτόνου πολέμου, σε κάποιο χωριό, έγινε ένας φόνος, για πολιτικούς μάλλον λόγους και εξαιτίας του μεγάλου φανατισμού, που επικρατούσε εκείνη την εποχή.Κατηγορήθηκε, λοιπόν κάποιος χωριανός, ο Πέτρος και με τις μαρτυρίες πέντε συγχωριανών του δικάστηκε και καταδικάστηκε σε 30 χρόνια φυλάκιση. Ο κατηγορούμενος όμως ισχυρίζετο συνεχώς ότι ήτο αθώος… Κλείσθηκε σε αγροτικές φυλακές, αλλά μέρα-νύχτα διαλαλούσε και μονολογούσε ότι ήτο αθώος.

Σ’ αυτές τις φυλακές πήγαινε μια φορά το μήνα ένας ευλαβέστατος ιερεύς και λειτουργούσε στο εκκλησάκι που υπήρχε και κατόπιν εδέχετο για εξομολόγηση όσους εκ των φυλακισμένων το επιθυμούσαν.

Ύστερα από 5-6 μήνες, πήγε και ο εν λόγω χωριανός στον ευλαβή εκείνον ιερέα και εξομολόγο, και ενώπιον του Αγίου Θεού και μπροστά στο πετραχήλι του Πνευματικού, βεβαίωνε με όρκους ότι ήταν αθώος.

Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή

LinkWithin
drf_CRW_4376.jpg
Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή και αποτελεί ένα των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η εξομολόγηση δεν είναι μία τυπική, από συνήθεια «για το καλό» και λόγω των επικείμενων εορτών, βεβιασμένη και πρόχειρη πράξη από ένα και μόνο καθήκον ή υποχρέωση και προς ψυχολογική εκτόνωση. Η εξομολόγηση θα πρέπει νάναι συνδυασμένη πάντοτε με τη μετάνοια. Μας έλεγε Αγιορείτης Γέροντας: Πολλοί εξομολογούνται, λίγοι μετανοούν! (Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)

Η μετάνοια είναι μία ελεύθερη, καλλιεργημένη, εσωτερική διεργασία επιμελημένη, συντριβής και λύπης, για την απομάκρυνση από τον Θεό διά της αμαρτίας. Η μετάνοια η αληθινή δεν συνδυάζεται με την αφόρητη θλίψη, την υπερβολική στενοχώρια και τις αδυσώπητες ενοχές. Τότε δεν είναι μάλλον ειλικρινής μετάνοια, αλλά κρυφός εγωισμός, στραπατσάρισμα του «εγώ», θυμός με τον εαυτό μας, που εκδικείται γιατί εκτίθεται και ντροπιάζεται και δεν ανέχεται κάτι τέτοιο. Μετάνοια σημαίνει αλλαγή νου, νοοτροπίας, μεταβολισμός, εγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος της αμαρτίας. Μετάνοια ακόμη σημαίνει αγάπη της αρετής, καλοκαγαθία, επιθυμία, προθυμία και διάθεση σφοδρή επανασυνδέσεως με τον Χριστό διά της Χάριτος του πανσθενουργού Αγίου Πνεύματος. Η μετάνοια ξεκινά από τα βάθη της καρδιάς, ολοκληρώνεται όμως απαραίτητα στο μυστήριο της θείας και ιεράς εξομολογήσεως.


Η υπέροχη μπουγάδα της εξομολόγησης



Θυμάσαι λατρεμένο μου, που πηγαίναμε για εξομολόγηση όταν ήσασταν μικρούλια;

Όταν είδατε τον καλό σας πατέρα να πλησιάζει και κείνος με τη σειρά του, στον πνευματικό, γουρλώσατε τα παιδικά σας ματάκια και σχολιάσατε:

-Πάει και ο μπαμπάς για εξομολόγηση;
Μα τι έχει να πει αυτός;
Αυτός είναι, σχεδόν, αναμάρτητος!

Θυμάμαι πόσο πολύ γέλασα.
Πόσο αστείο, μού φάνηκε.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι την εξομολόγηση, όλοι τη χρειαζόμαστε.

Και μπαμπάδες φαινομενικά αναμάρτητοι, και παπάδες δήθεν άγιοι, και δεσποτάδες και πατριαρχάδες, δήθεν αγιότεροι.

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ...


   

altΚαι σαν έρθει η στιγμή της θείας Κοινωνίας και πρόκειται να πλησιάσεις την αγία Τράπεζα, πίστευε ακλόνητα πως εκεί είναι παρών ο Χριστός, ο Βασιλιάς των όλων.

Όταν δεις τον ιερέα να σου προσφέρει το σώμα και το αίμα του Κυρίου, μη νομίσεις ότι ο ιερέας το κάνει αυτό, αλλά πίστευε ότι το χέρι που απλώνεται είναι του Χριστού. Αυτός που λάμπρυνε με την παρουσία Του την τράπεζα του Μυστικού Δείπνου, Αυτός και τώρα διακοσμεί την Τράπεζα της θείας Λειτουργίας.

Παραβρίσκεται πραγματικά και εξετάζει του καθενός την προαίρεση και παρατηρεί ποιος πλησιάζει με ευλάβεια ταιριαστή στο άγιο Μυστήριο, ποιος με πονηρή συνείδηση, με σκέψεις βρωμερές και ακάθαρτες, με πράξεις μολυσμένες.

Αναλογίσου, λοιπόν, κι εσύ ποιο ελάττωμά σου διόρθωσες, ποιαν αρετή κατόρθωσες, ποιαν αμαρτία έσβησες με την εξομολόγηση, σε τι έγινες καλύτερος. Αν η συνείδησή σου σε πληροφορεί ότι φρόντισες αρκετά για την επούλωση των ψυχικών σου τραυμάτων, αν έκανες κάτι περισσότερο από τη νηστεία, κοινώνησε με φόβο Θεού.

Αλλιώς, μείνε μακριά από  τα άχραντα Μυστήρια. Και όταν καθαριστείς απ' όλες τις αμαρτίες σου, τότε να πλησιάσεις.

Να προσέρχεστε, λοιπόν, στη θεία Κοινωνία με φόβο και τρόμο, με συνείδηση καθαρή, με νηστεία και προσευχή. Χωρίς να θορυβείτε, χωρίς να ποδοπατάτε και να σπρώχνετε τους διπλανούς σας. Γιατί αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη τρέλα και τη χειρότερη περιφρόνηση των θείων Μυστηρίων.

Πες μου, άνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σε πιέζει τάχα η ανάγκη να κάνεις τις δουλειές σου; Και σου περνάει άραγε, την ώρα που πας να κοινωνήσεις, η σκέψη ότι έχεις δουλειές; Έχεις μήπως την αίσθηση ότι είσαι πάνω στη γη; Νομίζεις ότι βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους και όχι με τους χορούς των αγγέλων; Μα κάτι τέτοιο είναι δείγμα πέτρινης καρδιάς...

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
http://agioritikovima.gr/

Η εξομολόγηση του Χαρίλαου Φλωράκη, πριν το θάνατό του


Ο Χαρίλαος Φλωράκης, ήταν Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ. Πριν φύγει από τη ζωή, ζήτησε να εξομολογηθεί. Ο Πατέρας Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης, μιλάει ως αυτόπτης μάρτυρας στα βίντεο που ακολουθούν:

Προς τη σωστή εξομολόγηση

Το μυστήριο της μετάνοιας και ιεράς εξομολόγησης διοχετεύει στην καρδιά του πιστού τη θεία Χάρη και τη συγχώρηση των αμαρτιών, που παρέχεται από το Σταυρό του Κυρίου. Από το επιτραχήλιο του πνευματικού περνά το πανάγιο αίμα του Κυρίου, που καθαρίζει τη συνείδησή μας από «νεκρών έργα» ( Εβρ. θ΄14 ) . Είναι το δεύτερο βάπτισμα που μας καθαρίζει από τα καθημερινά σφάλματα και τις απροσεξίες της ζωής.
Ο πιστός ο οποίος προσπαθεί να ζει μια συνειδητή «εν Χριστώ» πνευματική ζωή, έχει πάντα στη διάθεσή του και τη μεγίστη αυτή δωρεά του Θεού, δηλαδή το μυστήριο της μετάνοιας και εξομολόγησης , που είναι παράλληλα και σωτήριο όπλο στην πνευματική του πορεία. Μερικές πρακτικές συμβουλές για την προσέλευση στο μυστήριο της μετάνοιας και εξομολόγησης ίσως είναι χρήσιμες.
Κατ’ αρχήν πρέπει να υπάρχει πάντα μέσα μας ειλικρινής μετάνοια και ειλικρινής συναίσθηση, αλλά και συνείδηση της πνευματικής μας κατάστασης. Απαραίτητο στοιχείο της καλής εξομολόγησης είναι η υπερνίκηση της ντροπής που γεννά ο εγωισμός, η ταπείνωση της καρδιάς και η ειλικρινής έκφραση της μετάνοιάς μας.
Εξομολογούμενοι λέμε με απλότητα τα τυχόν σφάλματα που έχουμε ανακαλύψει στον εαυτό μας , χωρίς προσπάθεια συγκάλυψης και δικαιολογίας. Ομολογούμε ενώπιον του πνευματικού, χωρίς πολλά λόγια και χωρίς εξιστορήσεις, τυχόν σφάλματα που έχουμε διαπράξει. Δεν δικαιολογούμαστε για να ελαφρύνουμε την ενοχή μας. Δεν επιρρίπτουμε ευθύνες σε άλλα πρόσωπα. Ομολογούμε με απλότητα τη δική μας προσωπική ενοχή και τα δικά μας προσωπικά σφάλματα. Δεν πρέπει να εξογκώνουμε τα σφάλματα , ούτε πρέπει να τα μειώνουμε. Δεν χρειάζονται ποτέ λεπτομέρειες . Αν υπάρχουν πνευματικοί που ζητούν λεπτομέρειες δεν κάνουν καθόλου καλά.
Η έκφραση ειλικρινούς μετάνοιας έχει βασική σημασία στην ιερά Εξομολόγηση. Όχι απαρίθμηση λεπτομερειών και εξιστόρηση γεγονότων. Ο Δαυίδ, όταν προσήλθε μεταμελημένος στον προφήτη Νάθαν είπε: «αμάρτηκα τω Κυρίω» ( Β΄ Βασ. ιβ΄13 ) . Η από μέρους του πνευματικού εκζήτηση και εξιστόρηση λεπτομερειών δεν επιτρέπεται. Εάν πρόκειται περί σφαλμάτων που έχουν σχέση με ηθικές παρεκτροπές, μικρού η μεγαλύτερου βαθμού, απαγορεύεται αυστηρά και απόλυτα η εκζήτηση από τον πνευματικό να λεχθούν λεπτομέρειες και να γίνει εξιστόρηση. Κάτι τέτοιο κρύβει ίσως περιέργεια ανεπίτρεπτη. Θα πει ο εξομολογούμενος απλά, το μικρό ή το μεγάλο σφάλμα χωρίς τίποτε περισσότερο. Εάν τυχόν το σφάλμα έχει σχέση και με άλλο πρόσωπο, ποτέ δε θα λεχθεί κατά την εξομολόγηση το όνομα του προσώπου αυτού.
Για τους εγγάμους εξομολογούμενους δεν ισχύουν τα παραπάνω σε απόλυτο βαθμό. Εκεί θα λεχτεί ο βαθμός της ενοχής και του άλλου συζύγου. Αλλά και στην περίπτωση των εγγάμων ο πνευματικός δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να διεισδύει στο δωμάτιο των εγγάμων. Ιδιαίτερα στις εξομολογούμενες γυναίκες , που αρέσκονται συνήθως στις λεπτομερείς εξιστορήσεις, δεν θα επιτρέψει ο πνευματικός να συνεχίσουν να λέγουν εξιστορήσεις που έχουν σχέση με το συζυγικό τους βίο. Μόνο και μόνο ο βαθμός της προσκοπικής ενοχής ομολογείται με ταπείνωση και αυτό χωρίς δικαιολογίες.
Γενικά πρέπει να ισχύει στην εξομολόγηση ότι ομολογούμε τα δικά μας σφάλματα και όχι των άλλων. Είναι εύκολη και συνήθης η τάση ανάμειξης άλλων προσώπων. Αυτό δεν επιτρέπεται κατά την εξομολόγηση. Εξομολογούμαστε τη δική μας ενοχή και όχι την ενοχή των άλλων.

Από το βιβλίο: “Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς
Καλλινίκου Καρούσου
Η «εν Χριστώ»
Πνευματική ζωή
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
Αθήνα 2010


πηγη http://orthodoxgreek.blogspot.com/

Η Εξομολόγηση είναι το σβηστήρι του Θεού !!!

Στὴν ζωή μας κάναμε πολλὰ λάθη. Κάναμε λάθη ὅταν ἤμασταν παιδιά, ὅταν γίναμε ἔφηβοι καὶ νέοι, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο θα κάνουμε λάθη καὶ ἀργότερα ὅταν γίνουμε γονεῖς. Ἡ ζωή μας εἶναι γεμάτη λάθη. Πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ ἦταν ἀνώδυνα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ εἶχαν μεγάλες συνέπειες στὴ ζωή μας.
Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο αὐτὰ τὰ λάθη ποὺ κάναμε. Κάναμε λάθη ἀπέναντι στὸ Θεό, οἱ περισσότεροι ἀποκοπήκαμε καὶ γυρίσαμε τὶς πλάτες σ᾿ Αὐτόν, νομίσαμε πῶς μακριὰ Τοῦ θὰ ἤμασταν εὐτυχισμένοι. Κυνηγήσαμε τὴ χαρὰ καὶ τὴ εὐτυχία στὶς ἡδονές, στὴ σάρκα, στὸν κόσμο. Χαράξαμε μία ζωὴ ὑλιστική, μὲ γλέντια, διασκεδάσεις, καὶ εὔκολη ζωή, ρουφήσαμε τὴν ἁμαρτία μέχρι τελευταίας σταγόνας. Δοκιμάσαμε τὰ πάντα, καὶ ὅμως ἡ πίκρα εἶναι ἁπλωμένη στὴ ζωή μας, τὸ κενὸ ποὺ ὑπάρχει μέσα μας αὐξάνει καθημερινά. Νομίζουμε πὼς αὐτὴ εἶναι ἡ μοῖρα μας καὶ τὸ τέλος μας.

Εξομολογηση


Γέροντα, όταν κανείς αναγκασθεί για κάποιον λόγο να αλλάξει πνευματικό, χρειάζεται να εξομολογηθει πάλι αμαρτίες που έχει εξομολογηθεί;

- Καλά είναι να ενημερώσει τον καινούργιο πνευματικό, όπως ο ασθενής, όταν αλλάζει γιατρό, λέει πάλι το ιστορικό του, για να μπορέσει ο γιατρός να τον βοηθήσει καλύτερα.

- Γέροντα, όταν κάποιος θέλει να αλλάξει πνευματικό και μας ρωτάει αν είναι σωστό, τι πρέπει να πούμε;

- Να πάρει ευλογία από τον πνευματικό του. Δεν είναι καλό να αλλάζει κανείς εύκολα πνευματικό. Μια οικοδομή δεν θα γίνει ποτέ σωστή, αν αλλάζουν συνέχεια οι μηχανικοί και οι οικοδόμοι.

Παλιά πήγαιναν οι άνθρωποι σε Γέροντες, για να ζητήσουν συμβουλή για ένα θέμα που τους απασχολούσε και να βοηθηθούν. Σήμερα πολλοί δεν πάνε για συμβουλή, αλλά για να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους ή για να πουν ότι συμβουλεύτηκαν και τον τάδε Γέροντα. -Πήγα στον τάδε και στον τάδε, ρώτησα και τον πατέρα Παϊσιο γι' αυτό το θέμα, λέει ο άλλος, και εγώ μπορεί να τον μάλωσα ή να ήρθε μέχρι την πόρτα και να μη χτύπησε! Έτσι καταλήγουν να γυρίζουν από τον έναν πατέρα στον άλλον, χωρίς να έχουν κάποιον μόνιμο πνευματικό, με αποτέλεσμα να μπερδεύονται.

Άλλοι πάλι κάνουν ένα σφάλμα και δεν πάνε να το πουν στον πνευματικό τους, αλλά πάνε και το λένε σε άλλον πνευματικό, για να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Μετά από λίγο καιρό κάνουν το ίδιο σφάλμα και το λένε σε άλλον, ύστερα σε άλλον, και τελικά παρουσιάζονται στον έναν πνευματικό ότι το έκαναν μια φορά, στον άλλο μια φορά, και έτσι συνεχίζουν να σφάλλουν και μένουν αδιόρθωτοι.
Είναι και μερικοί, έχω παρατηρήσει, οι οποίοι αποφεύγουν να πουν κάτι στον πνευματικό τους, αν και ξέρουν ότι θα τους βοηθήσει και δεν πρόκειται να το διαδώσει, και το λένε σε κάποιον γνωστό τους, που δεν μπορεί να τους βοηθήσει και που σίγουρα θα το πει και σε άλλους. Θυμάμαι, όταν ήμουν αρχάριος μοναχός στο Κοινόβιο, είχε έρθει κάποιος να κοινοβιάσει. Κάθησε ένα διάστημα και μετά είχε λογισμούς να φύγει.
Στον ηγούμενο δεν πήγε να πει τους λογισμούς του ούτε σε κανέναν άλλον πνευματικό πατέρα, αλλά τα είπε σε έναν εργάτη από την Ιερισσό, που εργαζόταν στο μοναστήρι. Ήμουν και εγώ εκεί κοντά, όταν του τα έλεγε· καθάριζα κρεμμύδια έξω από την κουζίνα.
Άρχισε λοιπόν από δύο μέτρα πιο πέρα να του κάνει εξομολόγηση δυνατά.
-Μετάνοιωσα που έγινα μοναχός.
-Όταν ήρθες, δεν δοκίμασες; τον ρωτάει ο εργάτης.
-Δοκίμασα δύο χρόνια.
-Καλά, γιατί δεν έφυγες νωρίτερα;
-Να, δεν έφυγα.
-Με το ζόρι σε έκαναν καλόγερο;».
-Όχι, ήθελα και εγώ.
-Καλά, του λέει, τα είπες αυτά στον ηγούμενο;.
-Όχι», του απαντά.
-Σ' εμένα που τα λες, τι θα ωφεληθείς;», του λέει. Του είχε πει ολόκληρο το ιστορικό του.
Βλέπετε; Στον ηγούμενο που έπρεπε να τα πει, για να βοηθηθεί, δεν τα είπε και πήγε να εξομολογηθεί στον εργάτη. Και εκείνος θα τα έλεγε το Σαββατοκύριακο στο καφενείο στην Ιερισσό, για να γελάσουν, και θα γέμιζε το χωριό. Και να πεις πως ήταν λειψός; Ξέρετε πόσα λεξικά είχε; Τα αρχαία ελληνικά τα ήξερε απταίστως.

- Γέροντα, μπορεί ένας λαϊκός να ρωτήση για ένα πρόβλημά του ή για έναν πειρασμό του κάποιον πνευματικό αδελφό του, αν ο πνευματικός του απουσιάζει;

- Δεν μπορεί να τηλεφωνήσει στον πνευματικό του; Ο αδελφός άλλοτε μπορεί να βοηθήσει και άλλοτε δεν μπορεί να βοηθήσει ή, παρά την καλή του διάθεση, μπορεί ακόμη και να τον βλάψει. Σε μια ανάγκη με ένα τηλεφώνημα στον πνευματικό βολεύονται τα πράγματα. Και αν δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τον πνευματικό του και είναι κάτι σοβαρό και επείγον, ας ρωτήσει έναν άλλον πνευματικό.
Καλά είναι να τον έχει ρωτήσει εκ των προτέρων ποιον πνευματικό μπορεί να συμβουλευθή σε τέτοια περίπτωση, ώστε να πάη σε κάποιον που έχει το ίδιο πνεύμα, Γιατί κάθε μοναχός έχει δικό του σχέδιο. Μπορεί να είναι καλό και το ένα σχέδιο και το άλλο, αλλά είναι διαφορετικά

πηγη http://namarizathema.blogspot.com/
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Φέρεται εις γνώσιν των ευσεβών Χριστιανών οτι ο π. Τύχων Καθηγούμενος της Ι. Μονής Σταυρονικήτα Αγίου όρους θα εξομολογεί στον ιερό ναό Αγίου Νικολάου Κω κατά τις εξής ημέρες και ώρες

        Τρίτη            23  Νοεμβρίου        9-12 ΠΜ            5-8  ΜΜ

        Τετάρτη       24 Νοεμβρίου         9-12 ΠΜ          5-8  ΜΜ




                                             Εκ ΤΗς Ιεράς Μητροπόλεως